sulked

[US]/sʌlkt/
[UK]/sʌlkt/
Frequency: Very High

Translation

v. να έχει δείξει αποδοχή με το να παραμένει ήρμα ή απομακρυσμένος

Phrases & Collocations

sulked in silence

παρατάχτηκε σε ησυχία

sulked all day

παρατάχτηκε όλη μέρα

sulked after losing

παρατάχτηκε μετά την ήττα

sulked over nothing

παρατάχτηκε για τίποτα

sulked without reason

παρατάχτηκε χωρίς λόγο

sulked for attention

παρατάχτηκε για προσοχή

sulked quietly

παρατάχτηκε ήσυχα

sulked at home

παρατάχτηκε στο σπίτι

Example Sentences

after losing the game, he sulked in his room all day.

μετά από την ήττα, έκανε μια μικρή παρέα στο δωμάτιό του όλη μέρα.

she sulked because her friends didn't invite her to the party.

έκανε μια μικρή παρέα γιατί οι φίλοι της δεν την πρόσκλησαν στη γιορτή.

he sulked when he didn't get the promotion he wanted.

έκανε μια μικρή παρέα όταν δεν έλαβε την προαγωγή που ήθελε.

the child sulked after being told to clean his room.

το παιδί έκανε μια μικρή παρέα μετά από την εντολή να καθαρίσει το δωμάτιό του.

she sulked for hours after the argument.

έκανε μια μικρή παρέα για ώρες μετά την ένταση.

he always sulked when he didn't get his way.

πάντα έκανε μια μικρή παρέα όταν δεν έλαβε αυτό που ήθελε.

they sulked in silence during the family dinner.

έκαναν μια μικρή παρέα σιωπηλά κατά το γεύμα της οικογένειας.

she sulked at the back of the class when she received a low grade.

έκανε μια μικρή παρέα στην πίσω πλευρά της τάξης όταν έλαβε μια χαμηλή βαθμολογία.

he sulked for a while before finally talking to his friend.

έκανε μια μικρή παρέα για λίγο πριν τελικά μιλήσει με τον φίλο του.

after the surprise was ruined, she sulked in the corner.

μετά από την αποτυχία της έκπληξης, έκανε μια μικρή παρέα στη γωνία.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now