sulks

[US]/sʌlks/
[UK]/sʌlks/
Frequency: Very High

Translation

v. η τρίτη πρόσωπο αριθμού της λέξης sulk
n. η πράξη του να συντριβόμαστε; ένα συντριβόμενο πνεύμα

Phrases & Collocations

sulks in silence

παρατηρεί σιωπηλή απερίεργο

sulks all day

παρατηρεί απερίεργο όλη την ημέρα

sulks after losing

παρατηρεί απερίεργο μετά την ήττα

sulks over nothing

παρατηρεί απερίεργο για τίποτα

sulks when ignored

παρατηρεί απερίεργο όταν αγνοείται

sulks and pouts

παρατηρεί απερίεργο και κάνει πρόσωπο

sulks without reason

παρατηρεί απερίεργο χωρίς λόγο

sulks quietly

παρατηρεί απερίεργο ήσυχα

Example Sentences

he sulks when he doesn't get his way.

κοπανιάζει όταν δεν παίρνει αυτό που θέλει.

she sulks for hours after losing the game.

κοπανιάζει για ώρες μετά την ήττα της στο παιχνίδι.

don't sulk; just talk about what's bothering you.

μην κοπανιάζεις· μιλήσε τι σε απασχολεί.

he always sulks when he feels ignored.

κοπανιάζει πάντα όταν νιώθει αγνοημένος.

she sulks in her room instead of joining us.

κοπανιάζει στο δωμάτιό της αντί να μας πάρει μαζί της.

it's not good to sulk over small issues.

δεν είναι καλό να κοπανιάζεις για μικρά θέματα.

he tends to sulk when things don't go his way.

κοπανιάζει τείνει να κοπανιάζει όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως θέλει.

she can't help but sulk when she feels left out.

δεν μπορεί να αντισταθεί στο να κοπανιάζει όταν νιώθει αφελιγμένη.

don't sulk; let's find a solution together.

μην κοπανιάζεις· ας βρούμε μαζί μια λύση.

he sulks instead of expressing his feelings.

κοπανιάζει αντί να εκφράσει τα συναισθήματά του.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now