sullied

[US]/ˈsʌlid/
[UK]/ˈsʌlid/
Frequency: Very High

Translation

v. να υπονομεύσει την αγνότητα ή την ακεραιότητα κάτινος.

Phrases & Collocations

sullied reputation

μολυσμένη φήμη

sullied image

μολυσμένη εικόνα

sullied honor

μολυσμένη τιμή

sullied name

μολυσμένο όνομα

sullied trust

μολυσμένη εμπιστοσύνη

sullied past

μολυσμένο παρελθόν

sullied legacy

μολυσμένη κληρονομιά

sullied waters

μολυσμένα νερά

sullied conscience

μολυσμένη συνείδηση

Example Sentences

her reputation was sullied by the scandal.

η φήμη της λερώθηκε από το σκάνδαλο.

the once pristine lake was sullied by industrial waste.

η κάποτε αμόλυντη λίμνη λερώθηκε από βιομηχανικά απόβλητα.

he felt his honor was sullied after the accusation.

αισθάνθηκε ότι η τιμή του λερώθηκε μετά τον καταλογισμό.

the artist's work was sullied by commercial interests.

το έργο του καλλιτέχνη λερώθηκε από εμπορικά συμφέροντα.

her trust was sullied after the betrayal.

η εμπιστοσύνη της λερώθηκε μετά την προδοσία.

they tried to protect the environment from being sullied.

προσπάθησαν να προστατεύσουν το περιβάλλον από το να λερωθεί.

his words sullied the memory of the event.

τα λόγια του λήσυναν τη μνήμη του γεγονότος.

the community worked hard to prevent their image from being sullied.

η κοινότητα εργάστηκε σκληρά για να αποτρέψει τη φθορά της εικόνας τους.

the debate sullied her public image.

η συζήτηση έβλαψε τη δημόσια εικόνα της.

don't let your actions sully your good name.

Μην αφήσετε τις πράξεις σας να βλάψουν το καλό σας όνομα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now