sulphur

[US]/'sʌlfə/
[UK]/ˈsʌlfɚ/
Frequency: Very High

Translation

n. ένα χημικό στοιχείο με το σύμβολο S και ατομικό αριθμό 16, που βρίσκεται συχνά σε κρυσταλλική κίτρινη μορφή
vt. να επεξεργαστεί ή να επεξεργαστεί με θειόν, προκαλώντας θειοποίηση
Word Forms
Pluralsulphurs

Phrases & Collocations

sulphur dioxide

διοξείδιο του θείου

sulphuric acid

θειικό οξύ

sulphur content

περιεχομένου πυριτίου

sulphur trioxide

τριοξείδιο του πυριτίου

total sulphur

συνολικό πυρίτιο

Example Sentences

sulphur dioxide is a common air pollutant

το διοξείδιο του θείου είναι ένα κοινό αέριο ρυπαντής

sulphuric acid is a strong mineral acid

το θειικό οξύ είναι ένα ισχυρό ανόργανο οξύ

sulphur is used in the production of sulfuric acid

το θείο χρησιμοποιείται στην παραγωγή θειικού οξέος

sulphur compounds are found in some foods

τα ενώσεις του θείου βρίσκονται σε κάποια τρόφιμα

sulphur is a yellow solid element

το θείο είναι ένα κίτρινο στερεό στοιχείο

sulphur is often associated with volcanic activity

το θείο συνδέεται συχνά με την ηφαιστορική δραστηριότητα

sulphur has a distinct smell

το θείο έχει ένα χαρακτηριστικό μυρωδικό

sulphur is an essential nutrient for plants

το θείο είναι ένα απαραίτητο θρεπτικό συστατικό για τις φυτές

sulphur can be found in some minerals

το θείο μπορεί να βρεθεί σε κάποια ορυκτά

sulphur is used in the production of rubber

το θείο χρησιμοποιείται στην παραγωγή ελαστικού

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now