supplyings

[US]/səˈplaɪɪŋz/
[UK]/səˈplaɪɪŋz/

Translation

n. η πράξη ή διαδικασία παροχής ή παροχής απαραίτητων αντικειμένων; προμήθεια ή προμήθεια
adj. σχετική με ή που αφορά την πράξη της παροχής ή παροχής απαραίτητων αντικειμένων
v. παραχωρητικός τύπος του "supply"; η πράξη παροχής ή παροχής απαραίτητων αντικειμένων; να συμπληρώνει ή να αντικαθιστά έλλειψη; να υπηρετεί ως αντικαταστάτης ή πρόξενος

Example Sentences

the company is supplyings essential resources to the affected areas.

Η εταιρεία παρέχει βασικούς πόρους στις περιοχές που επηρεάστηκαν.

she is responsible for supplyings fresh water to the remote village.

Είναι υπεύθυνη για την παροχή νερού στην απομακρυσμένη χωριό.

the charity is supplyings food and shelter to homeless families.

Η φιλανθρωπική οργάνωση παρέχει τρόφιμα και καταλύματα σε οικογένειες χωρίς σπίτι.

the government is supplyings medical equipment to hospitals.

Το κρατικό προσφέρει ιατρικό εξοπλισμό σε νοσοκομεία.

the farmer is supplyings organic vegetables to local markets.

Ο γεωργός παρέχει οργανικά λαχανικά στα τοπικά αγορά.

the manufacturer is supplyings components to the assembly plant.

Ο κατασκευαστής παρέχει συστατικά στη γραμμή συναρμολόγησης.

the library is supplyings books and digital resources to students.

Η βιβλιοθήκη παρέχει βιβλία και ψηφιακά πόρους στους φοιτητές.

the organization is supplyings educational materials to schools.

Η οργάνωση παρέχει εκπαιδευτικά υλικά στα σχολεία.

the distributor is supplyings goods to retail stores.

Ο διανομέας παρέχει προϊόντα σε καταστήματα λιανικής.

the supplier is supplyings raw materials to the factory.

Ο προμηθευτής παρέχει αμυδρά υλικά στην εργοστασία.

the aid agency is supplyings emergency supplies to disaster zones.

Η οργάνωση ανθρωπιστικής βοήθειας παρέχει έκτακτα προμήθεια σε περιοχές καταστροφής.

the company is supplyings technical support to customers.

Η εταιρεία παρέχει τεχνική υποστήριξη στους πελάτες.

the university is supplyings research grants to qualified scholars.

Το πανεπιστήμιο παρέχει χρηματοδοτήσεις για έρευνα σε επιστήμονες που έχουν επιλεγεί.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now