survives

[US]/səˈvaɪvz/
[UK]/sərˈvaɪvz/
Frequency: Very High

Translation

v. να συνεχίζει να ζει ή να υπάρχει, ιδιαίτερα μετά από δύσκολη κατάσταση; να επιβιώνει μετά τον θάνατο κάποιου ή κάτις; να αντέχει ή να αντιστέκεται σε ένα πρόβλημα ή δυσκολία; να αποφύγει μια κατάσταση που θα μπορούσε να προκαλέσει θάνατο ή ζημιά; να καταφέρει να επιβιώσει μια δύσκολη περίοδο

Phrases & Collocations

survives the storm

επιβιώνει το στοργό

survives the test

επιβιώνει το δοκιμαστικό

survives the odds

επιβιώνει τις πιθανότητες

survives the night

επιβιώνει τη νύχτα

survives adversity

επιβιώνει τη δυσκολία

survives the winter

επιβιώνει το χειμώνα

survives the crisis

επιβιώνει την κρίση

survives the battle

επιβιώνει τη μάχη

survives the fall

επιβιώνει την πτώση

survives the challenge

επιβιώνει την πρόκληση

Example Sentences

the species survives in harsh environments.

η είδος επιβιώνει σε αυστηρές περιβάλλουσες.

she survives on a limited budget.

επιβιώνει με περιορισμένο προϋπολογισμό.

only the fittest survives in the wild.

μόνο ο πιο ανθεκτικός επιβιώνει στη φύση.

he survives through sheer determination.

επιβιώνει με αποκλειστική προσήμερη.

the ancient tradition survives to this day.

η αρχαία παράδοση επιβιώνει μέχρι σήμερα.

she hopes her legacy survives after her death.

ελπίζει ότι η κληρονομιά της επιβιώνει μετά τον θάνατό της.

only love survives in the end.

μόνο το αγάπη επιβιώνει στο τέλος.

the company survives despite the challenges.

η εταιρεία επιβιώνει παρά τις προκλήσεις.

he survives by adapting to change.

επιβιώνει με την προσαρμογή στις αλλαγές.

the plant survives without much water.

το φυτό επιβιώνει χωρίς πολύ νερό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now