susceptibly ill
ευπειθώς άρρωστος
susceptibly vulnerable
ευπειθώς ευάλωτος
susceptibly influenced
ευπειθώς επηρεασμένος
susceptibly affected
ευπειθώς πληγείς
susceptibly weak
ευπειθώς αδύνατος
susceptibly exposed
ευπειθώς έκθετος
susceptibly reactive
ευπειθώς αντιδραστικός
susceptibly prone
ευπειθώς προδιατεταμένος
susceptibly sensitive
ευπειθώς ευαίσθητος
susceptibly open
ευπειθώς ανοιχτός
children are often susceptibly influenced by their peers.
τα παιδιά είναι συχνά ευπειθείς στην επιρροή των συμμαθητών τους.
some plants are susceptibly affected by changes in temperature.
κάποια φυτά είναι ευπειθείς στις αλλαγές της θερμοκρασίας.
people with weak immune systems are susceptibly prone to infections.
άνθρωποι με αδύνατα ανοσοποιητικά συστήματα είναι ευπειθείς στην προδιάθεση σε λοιμώξεις.
young adults are susceptibly drawn to new trends.
νέοι ενήλικες είναι ευπειθείς στην έλξη από νέες τάσεις.
students are susceptibly impacted by their learning environment.
οι μαθητές είναι ευπειθείς στην επίδραση του περιβάλλοντος μάθησής τους.
individuals can be susceptibly swayed by emotional appeals.
τα άτομα μπορεί να είναι ευπειθείς στην πειθή από συναισθηματικές προσποιήσεις.
animals in captivity can be susceptibly affected by stress.
τα ζώα σε κράτηση μπορεί να είναι ευπειθείς στην επίδραση του στρες.
market trends can susceptibly shift consumer behavior.
τα τάσεις της αγοράς μπορεί να είναι ευπειθείς στην αλλαγή της συμπεριφοράς των καταναλωτών.
people are susceptibly affected by advertising strategies.
οι άνθρωποι είναι ευπειθείς στην επίδραση από στρατηγικές διαφήμισης.
social media can susceptibly change perceptions of beauty.
τα κοινωνικά μέσα μπορεί να είναι ευπειθείς στην αλλαγή των αντιλήψεων για την ομορφιά.
susceptibly ill
ευπειθώς άρρωστος
susceptibly vulnerable
ευπειθώς ευάλωτος
susceptibly influenced
ευπειθώς επηρεασμένος
susceptibly affected
ευπειθώς πληγείς
susceptibly weak
ευπειθώς αδύνατος
susceptibly exposed
ευπειθώς έκθετος
susceptibly reactive
ευπειθώς αντιδραστικός
susceptibly prone
ευπειθώς προδιατεταμένος
susceptibly sensitive
ευπειθώς ευαίσθητος
susceptibly open
ευπειθώς ανοιχτός
children are often susceptibly influenced by their peers.
τα παιδιά είναι συχνά ευπειθείς στην επιρροή των συμμαθητών τους.
some plants are susceptibly affected by changes in temperature.
κάποια φυτά είναι ευπειθείς στις αλλαγές της θερμοκρασίας.
people with weak immune systems are susceptibly prone to infections.
άνθρωποι με αδύνατα ανοσοποιητικά συστήματα είναι ευπειθείς στην προδιάθεση σε λοιμώξεις.
young adults are susceptibly drawn to new trends.
νέοι ενήλικες είναι ευπειθείς στην έλξη από νέες τάσεις.
students are susceptibly impacted by their learning environment.
οι μαθητές είναι ευπειθείς στην επίδραση του περιβάλλοντος μάθησής τους.
individuals can be susceptibly swayed by emotional appeals.
τα άτομα μπορεί να είναι ευπειθείς στην πειθή από συναισθηματικές προσποιήσεις.
animals in captivity can be susceptibly affected by stress.
τα ζώα σε κράτηση μπορεί να είναι ευπειθείς στην επίδραση του στρες.
market trends can susceptibly shift consumer behavior.
τα τάσεις της αγοράς μπορεί να είναι ευπειθείς στην αλλαγή της συμπεριφοράς των καταναλωτών.
people are susceptibly affected by advertising strategies.
οι άνθρωποι είναι ευπειθείς στην επίδραση από στρατηγικές διαφήμισης.
social media can susceptibly change perceptions of beauty.
τα κοινωνικά μέσα μπορεί να είναι ευπειθείς στην αλλαγή των αντιλήψεων για την ομορφιά.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now