swings

[US]/[swɪŋz]/
[UK]/[swɪŋz]/
Frequency: Very High

Translation

n. Ένα καθίσμα που κρέμεται από ένα πλαίσιο, συνήθως χρησιμοποιούμενο για διασκέδαση. Η πράξη του καταπολέμησης. Μια απότομη αλλαγή στη γνώμη ή συμπεριφορά.
v. Να κινείται προς τα πάνω και κάτω με κινητική κίνηση. Να αλλάζει η γνώμη ή η συμπεριφορά. Να κινείται ή να προκαλεί κίνηση σε κυκλική πορεία.

Phrases & Collocations

swings and slides

κοπέλες και αυλοθόρυβοι

swings open

τα κοπέλα ανοίγουν

swings set

τα κοπέλα είναι ρυθμισμένα

swinging high

τα κοπέλα πηδούν ψηλά

swings forward

τα κοπέλα κινούνται προς τα εμπρός

swings around

τα κοπέλα περιστρέφονται

swings wildly

τα κοπέλα κινούνται παρατροπωδώς

swings gently

τα κοπέλα κινούνται με ευχέρεια

swings now

τα κοπέλα τώρα

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now