tailspins

[US]/ˈteɪlspɪn/
[UK]/ˈteɪlspɪn/
Frequency: Very High

Translation

n. η γρήγορη πτώση ή απώλεια έλεγχου, συνήθως χρησιμοποιούμενη στην αεροναυτική; η κατάσταση ψυχικής ή συναισθηματικής σύγχυσης

Phrases & Collocations

in a tailspin

σε αναποδιά

tailspin effect

αναποδιακό αποτέλεσμα

tailspin moment

αναποδιακή στιγμή

tailspin crisis

αναποδιακή κρίση

tailspin recovery

αναποδιακή ανάκαμψη

tailspin situation

αναποδιακή κατάσταση

tailspin journey

αναποδιακή πορεία

tailspin behavior

αναποδιακή συμπεριφορά

tailspin reaction

αναποδιακή αντίδραση

tailspin phase

αναποδιακή φάση

Example Sentences

the economy is in a tailspin due to recent events.

η οικονομία βρίσκεται σε ανατροπή λόγω πρόσφατων γεγονότων.

after the scandal, the company went into a tailspin.

μετά την υπόθεση, η εταιρεία πέσανε σε ανατροπή.

his career took a tailspin after the controversy.

η καριέρα του πέσανε σε ανατροπή μετά την αντιπροσωπεία.

the stock market is experiencing a tailspin.

το χρηματιστήριο βιώνει μια ανατροπή.

she felt her life was in a tailspin after the breakup.

αισθάνθηκε ότι η ζωή της βρισκόταν σε ανατροπή μετά τη διαζυγιούμενη.

the team went into a tailspin after losing three games in a row.

η ομάδα πέσανε σε ανατροπή μετά από τρεις συνεχόμενες ηττημένες παιχνίδια.

his mental health was in a tailspin during that difficult time.

η ψυχική του υγεία βρισκόταν σε ανατροπή κατά τη δύσκολη εκείνη περίοδο.

the project went into a tailspin when funding was cut.

το πρόγραμμα πέσανε σε ανατροπή όταν η χρηματοδότηση κόπηκε.

they tried to recover from the tailspin of their finances.

προσπάθησαν να ανακτήσουν από την ανατροπή των οικονομικών τους.

his emotions were in a tailspin after the news.

τα συναισθήματά του βρίσκονταν σε ανατροπή μετά τις ειδήσεις.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now