tardily

[US]/ˈtɑːdɪli/
[UK]/ˈtɑrdɪli/
Frequency: Very High

Translation

adv. αργά; με καθυστέρηση; μετά το προσδοκώμενο χρόνο

Phrases & Collocations

arrive tardily

να φτάσει καθυστερημένα

respond tardily

να απαντήσει καθυστερημένα

act tardily

να δράσει καθυστερημένα

submit tardily

να υποβάλει καθυστερημένα

react tardily

να αντιδράσει καθυστερημένα

perform tardily

να εκτελέσει καθυστερημένα

leave tardily

να φύγει καθυστερημένα

complete tardily

να ολοκληρώσει καθυστερημένα

Example Sentences

the train arrived tardily due to the heavy rain.

το τρένο έφτασε καθυστερημένα λόγω της έντονης βροχής.

she finished her project tardily, missing the deadline.

έλεξε το έργο της καθυστερημένα, παραβιάζοντας την προθεσμία.

he apologized for arriving tardily to the meeting.

έκανε ευχαριστίες για το ότι έφτασε καθυστερημένα στη συνάντηση.

they responded tardily to the urgent request for help.

απάντησαν καθυστερημένα στην έκτακτη ανάγκη για βοήθεια.

the report was submitted tardily, causing delays.

το αναφορικό παρουσιάστηκε καθυστερημένα, προκαλώντας καθυστερήσεις.

she realized tardily that she had forgotten her keys.

κατάλαβε καθυστερημένα ότι είχε ξεχάσει τα κλειδιά της.

the bus departed tardily, frustrating many passengers.

το λεωφορείο ανεβαίνει καθυστερημένα, απογοητεύοντας πολλούς επιβάτες.

he tardily acknowledged his mistakes during the discussion.

αναγνώρισε καθυστερημένα τα λάθη του κατά τη συζήτηση.

the project was completed tardily, affecting the overall timeline.

το έργο ολοκληρώθηκε καθυστερημένα, επηρεάζοντας το συνολικό χρονοδιάγραμμα.

she arrived tardily at the party, missing the main event.

έφτασε καθυστερημένα στη γιορτή, παραβλέποντας το κύριο γεγονός.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now