| Plural | tardinesses |
chronic tardiness
συνεχής καθυστέρηση
repeated tardiness
επαναλαμβανόμενη καθυστέρηση
Tardiness is considered bad form.
Η καθυστέρηση θεωρείται κακή συμπεριφορά.
He arrived late and excused his tardiness in a flimsy manner.
Έφτασε αργά και εξήγησε την καθυστέρησή του με έναν ασθενή τρόπο.
his constant tardiness was starting to affect his reputation
η συνεχής καθυστέρησή του ξεκίνησε να επηρεάζει την φήμη του
she was reprimanded for her chronic tardiness
της αντιμετωπίστηκε για την χρονική καθυστέρησή της
tardiness can lead to missed opportunities
η καθυστέρηση μπορεί να οδηγήσει σε χαμένες ευκαιρίες
the company has a policy against tardiness
η εταιρεία έχει μια πολιτική εναντίον της καθυστέρησης
her tardiness caused her to miss the beginning of the meeting
η καθυστέρησή της την έκανε να χάσει την αρχή της συνάντησης
tardiness is not tolerated in this organization
η καθυστέρηση δεν είναι ανεκτή σε αυτή την οργάνωση
the teacher addressed the issue of tardiness with the students
ο δάσκαλος αντιμετώπισε το θέμα της καθυστέρησης με τους μαθητές
he was fired due to his chronic tardiness
τον προσήλυψαν λόγω της χρονικής καθυστέρησής του
tardiness reflects a lack of respect for others' time
η καθυστέρηση ανακλά έλλειμμα σεβασμού για τον χρόνο των άλλων
chronic tardiness
συνεχής καθυστέρηση
repeated tardiness
επαναλαμβανόμενη καθυστέρηση
Tardiness is considered bad form.
Η καθυστέρηση θεωρείται κακή συμπεριφορά.
He arrived late and excused his tardiness in a flimsy manner.
Έφτασε αργά και εξήγησε την καθυστέρησή του με έναν ασθενή τρόπο.
his constant tardiness was starting to affect his reputation
η συνεχής καθυστέρησή του ξεκίνησε να επηρεάζει την φήμη του
she was reprimanded for her chronic tardiness
της αντιμετωπίστηκε για την χρονική καθυστέρησή της
tardiness can lead to missed opportunities
η καθυστέρηση μπορεί να οδηγήσει σε χαμένες ευκαιρίες
the company has a policy against tardiness
η εταιρεία έχει μια πολιτική εναντίον της καθυστέρησης
her tardiness caused her to miss the beginning of the meeting
η καθυστέρησή της την έκανε να χάσει την αρχή της συνάντησης
tardiness is not tolerated in this organization
η καθυστέρηση δεν είναι ανεκτή σε αυτή την οργάνωση
the teacher addressed the issue of tardiness with the students
ο δάσκαλος αντιμετώπισε το θέμα της καθυστέρησης με τους μαθητές
he was fired due to his chronic tardiness
τον προσήλυψαν λόγω της χρονικής καθυστέρησής του
tardiness reflects a lack of respect for others' time
η καθυστέρηση ανακλά έλλειμμα σεβασμού για τον χρόνο των άλλων
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now