tattered

[ΗΠΑ]/'tætəd/
[ΗΒ]/'tætɚd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. σκισμένος και φθαρμένος· ταλαιωμένος

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

tattered clothes

σκισμένα ρούχα

tattered pages

σκισμένες σελίδες

tattered furniture

σκισμένα έπιπλα

Παραδείγματα Προτάσεων

an old woman in tattered clothes.

μια ηλικιωμένη γυναίκα με σκισμένα ρούχα.

He was wearing a tattered coat.

Φορούσε ένα σκισμένο παλτό.

A tattered flag hung from the roof of the burnt-out building.

Μια σκισμένη σημαία κρεμόταν από την οροφή του κατεστραμμένου κτιρίου.

tattered notebooks filled with illegible hieroglyphics.

Σκιστά σημειωματικά γεμάτα με μη αναγνώσιμα ιερογλυφικά.

Her tattered clothes in no way detracted from her beauty.

Τα σκισμένα ρούχα της δεν αφαίρεσαν σε καμία περίπτωση από την ομορφιά της.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα