temperings

[US]/ˈtɛmpərɪŋ/
[UK]/ˈtɛmpərɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. το διαδικασία σκληρυντικής του μετάλλου με θέρμανση και ψύξη
v. το διαδικασία θέρμανσης και ψύξης του μετάλλου για να αυξηθεί η αντοχή του

Phrases & Collocations

tempering steel

αντοχή του χάλυβα

tempering chocolate

αντοχή του κακάο

tempering effects

αποτελέσματα αντοχής

tempering process

διαδικασία αντοχής

tempering temperature

θερμοκρασία αντοχής

tempering agent

παράγοντας αντοχής

tempering method

μέθοδος αντοχής

tempering time

χρόνος αντοχής

tempering technique

τεχνική αντοχής

tempering behavior

συμπεριφορά αντοχής

Example Sentences

tempering steel improves its strength.

Η ψύξη του χάλυβα βελτιώνει τη δυνατότητά του.

he is tempering his expectations for the project.

Επεξεργάζεται τις προσδοκίες του για το έργο.

she believes in tempering ambition with patience.

Πιστεύει στην επεξεργασία της προσπάθειας με υπομονή.

tempering emotions can lead to better decisions.

Η επεξεργασία των συναισθημάτων μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες αποφάσεις.

they are tempering their criticism to avoid conflict.

Επεξεργάζονται την κριτική τους για να αποφύγουν τη σύγκρουση.

the chef is tempering the chocolate for the dessert.

Ο παγωτοποιός επεξεργάζεται τον ζαχαροπλαστικό για το δεσερτ.

tempering fear with knowledge can empower individuals.

Η επεξεργασία του φόβου με γνώση μπορεί να ενδυναμώσει τα άτομα.

he is tempering his enthusiasm for the new job.

Επεξεργάζεται την ενθουσιασμό του για το νέο θέση εργασίας.

she is tempering her response to the criticism.

Επεξεργάζεται την απάντησή της στην κριτική.

tempering the heat will improve the cooking process.

Η επεξεργασία της θερμότητας θα βελτιώσει τη διαδικασία μαγειρικής.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now