tidied up
τακτοποιήθηκε
tidied away
τακτοποιήθηκε
tidied room
τακτοποιημένο δωμάτιο
tidied desk
τακτοποιημένο γραφείο
tidied notes
τακτοποιημένες σημειώσεις
tidied files
τακτοποιημένα αρχεία
tidied space
τακτοποιημένος χώρος
tidied corner
τακτοποιημένη γωνία
tidied area
τακτοποιημένη περιοχή
tidied shelves
τακτοποιημένοι πάγκοι
she tidied her room before the guests arrived.
έκαθσε το δωμάτιό της πριν φτάσουν οι επισκέπτες.
he tidied up the garden for the summer party.
έκαθσε το κήπο για την καλοκαιρινή γιορτή.
the teacher tidied the classroom after the lesson.
η δασκάλα έκαθσε την τάξη μετά τη διδασκαλία.
they tidied their schedules to make time for the trip.
έκαθσαν τα προγράμματά τους για να βρει οχρό για το ταξίδι.
she tidied her desk to improve her focus.
έκαθσε το γραφείο της για να βελτιώσει τη συγκέντρωσή της.
after the meeting, he tidied the documents on his desk.
μετά τη συνάντηση, έκαθσε τα έγγραφα στο γραφείο του.
we tidied the living room before the family gathering.
έκαθσαμε τον ενδιάμεσο χώρο πριν την οικογενειακή συγκέντρωση.
he quickly tidied his clothes before leaving the house.
έκαθσε γρήγορα τα ρούχα του πριν φύγει από το σπίτι.
the kids tidied their toys after playing.
τα παιδιά έκαθσαν τα παιχνίδια τους μετά το παιχνίδι.
tidied up
τακτοποιήθηκε
tidied away
τακτοποιήθηκε
tidied room
τακτοποιημένο δωμάτιο
tidied desk
τακτοποιημένο γραφείο
tidied notes
τακτοποιημένες σημειώσεις
tidied files
τακτοποιημένα αρχεία
tidied space
τακτοποιημένος χώρος
tidied corner
τακτοποιημένη γωνία
tidied area
τακτοποιημένη περιοχή
tidied shelves
τακτοποιημένοι πάγκοι
she tidied her room before the guests arrived.
έκαθσε το δωμάτιό της πριν φτάσουν οι επισκέπτες.
he tidied up the garden for the summer party.
έκαθσε το κήπο για την καλοκαιρινή γιορτή.
the teacher tidied the classroom after the lesson.
η δασκάλα έκαθσε την τάξη μετά τη διδασκαλία.
they tidied their schedules to make time for the trip.
έκαθσαν τα προγράμματά τους για να βρει οχρό για το ταξίδι.
she tidied her desk to improve her focus.
έκαθσε το γραφείο της για να βελτιώσει τη συγκέντρωσή της.
after the meeting, he tidied the documents on his desk.
μετά τη συνάντηση, έκαθσε τα έγγραφα στο γραφείο του.
we tidied the living room before the family gathering.
έκαθσαμε τον ενδιάμεσο χώρο πριν την οικογενειακή συγκέντρωση.
he quickly tidied his clothes before leaving the house.
έκαθσε γρήγορα τα ρούχα του πριν φύγει από το σπίτι.
the kids tidied their toys after playing.
τα παιδιά έκαθσαν τα παιχνίδια τους μετά το παιχνίδι.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now