toots

[US]/tʊts/
[UK]/tuts/
Frequency: Very High

Translation

n. ένας κοντινός άνθρωπος; ένας αγαπημένος; (συντριπτική) σύζυγος

Phrases & Collocations

toots and boots

τσιτσικια και τζούτς

toots of joy

τσιτσικια χαρας

toots for you

τσιτσικια για σε

toots in traffic

τσιτσικια στο συμφόρημα

toots of laughter

τσιτσικια για γέλωτα

loud toots

φωναχτα τσιτσικια

happy toots

χαροντα τσιτσικια

short toots

βραχυ τσιτσικια

quick toots

γρηγορα τσιτσικια

silly toots

μορφωτικα τσιτσικια

Example Sentences

she loves toots from her favorite jazz band.

αγαπάει τα τούτς από την αγαπημένη της τζαζ μπάντα.

he often toots his horn to get attention.

συχνά τούτς τον πιάνο του για να πάρει προσοχή.

the car toots as it drives by.

το αυτοκίνητο τούτς όταν περνάει.

my dog toots when he's excited.

το σκυλί μου τούτς όταν είναι διασκεδαστικό.

she gave a little toot to signal her arrival.

έδωσε ένα μικρό τούτς για να σηματοδοτήσει την άφιξή της.

he toots his own horn about his achievements.

τούτς τον δικό του πιάνο για τις επιτυχίες του.

the kids love toots from the ice cream truck.

τα παιδιά αγαπάνε τα τούτς από το φούρνο παγωτού.

during the parade, the band tooted loudly.

κατά τη διάρκεια της παρέλασης, η μπάντα τούτς έντονα.

she can't help but toot when she's happy.

δεν μπορεί να αντισταθεί στο να τούτς όταν είναι ευτυχισμένη.

he toots at the traffic to clear the way.

τούτς στο κυκλοφορικό για να αποκλείσει το δρόμο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now