torturings

[US]/ˈtɔːtʃərɪŋ/
[UK]/ˈtɔrtʃərɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

adj. προκαλούσα μεγάλο πόνο ή παθήματα

Phrases & Collocations

torturing thoughts

μαστίγωση σκέψεων

torturing pain

μαστίγωση πόνου

torturing memories

μαστίγωση μνήμες

torturing fear

μαστίγωση φόβου

torturing silence

μαστίγωση σιωπής

torturing questions

μαστίγωση ερωτήσεων

torturing guilt

μαστίγωση ευθυνής

torturing doubt

μαστίγωση αμφιβολίας

torturing anxiety

μαστίγωση αγχωδίας

torturing regrets

μαστίγωση μεταμελειών

Example Sentences

he was torturing himself with regrets.

εαυτόν τον ταλαιπωρούσε με λυπήσεις.

the villain was torturing the hero for information.

ο παράδοξος ταλαιπωρούσε τον ήρωα για πληροφορίες.

she found the waiting period torturing.

βρήκε την περίοδο περιμένοντας ταλαιπωρική.

they were torturing the poor animal for fun.

ταλαιπωρούσαν το ανίκανο ζώο για διασκέδαση.

he was torturing his mind with overthinking.

ταλαιπωρούσε το μυαλό του με υπερβολική σκέψη.

the torture of waiting was almost unbearable.

η ταλαιπωρία του περιμένοντας ήταν σχεδόν ανεπίτρεπτη.

she felt like she was torturing herself with negative thoughts.

νόμιζε ότι ταλαιπωρούσε τον εαυτό της με αρνητικές σκέψεις.

he couldn't stop torturing himself over past mistakes.

δεν μπορούσε να σταματήσει να ταλαιπωρεί τον εαυτό του για παλιές λανθασμένες ενέργειες.

the movie depicted the torturing of innocent people.

το ταινία περιγράφει την ταλαιπωρία αθώων ανθρώπων.

she was torturing him with endless questions.

ταλαιπωρούσε τον με άπειρες ερωτήσεις.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now