tourist

[US]/'tʊərɪst/
[UK]/'tʊrɪst/
Frequency: Very High

Translation

n. ταξιδιώτης, θαυμαστής
adj. σχετικός με τον τουρισμό
vt. επισκέπτομαι σε μια ξενάγηση
vi. κάνω βόλτες για να δω αξιοθέατα· ταξιδεύω
adv. σε ένα τουριστικό αυτοκίνητο· σε οικονομική θέση
Word Forms
Pluraltourists

Phrases & Collocations

tourist resources

τουριστικοί πόροι

tourist industry

τουριστική βιομηχανία

tourist destination

τουριστικός προορισμός

tourist attraction

τουριστικό αξιοθέατο

tourist market

τουριστική αγορά

tourist guide

τουριστικός οδηγός

tourist resort

τουριστικό θέρετρο

tourist trade

τουριστικό εμπόριο

tourist map

τουριστικός χάρτης

tourist office

τουριστικό γραφείο

tourist facilities

τουριστικές εγκαταστάσεις

tourist route

τουριστική διαδρομή

tourist board

τουριστικός οργανισμός

outbound tourist

εξαγωγέας τουριστής

tourist association

τουριστικός σύλλογος

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now