townships

[US]/ˈtaʊnʃɪps/
[UK]/ˈtaʊnʃɪps/
Frequency: Very High

Translation

n. μικρές πόλεις ή κοινότητες

Phrases & Collocations

rural townships

αγροτικοί δήμοι

urban townships

υπαρχυπότειοι δήμοι

local townships

τοπικοί δήμοι

townships development

ανάπτυξη δήμων

townships governance

διακυβέρνηση δήμων

townships services

υπηρεσίες δήμων

townships planning

προγραμματισμός δήμων

townships funding

χρηματοδότηση δήμων

townships issues

ζητήματα δήμων

townships resources

πόροι δήμων

Example Sentences

many townships are working to improve local infrastructure.

πολλά δήμοι εργάζονται για να βελτιώσουν την τοπική υποδομή.

some townships offer grants for small businesses.

κάποιοι δήμοι προσφέρουν επιδοτήσεις για μικρές επιχειρήσεις.

townships often host community events to foster engagement.

οι δήμοι συχνά φιλοξενούν γεγονότα της κοινότητας για να προωθήσουν τη συμμετοχή.

local townships are implementing new recycling programs.

οι τοπικοί δήμοι εφαρμόζουν νέα προγράμματα ανακύκλωσης.

townships have different regulations regarding land use.

οι δήμοι έχουν διαφορετικούς κανονισμούς σχετικά με τη χρήση γης.

many townships are looking for ways to attract tourism.

πολλοί δήμοι αναζητούν τρόπους για να προσελκύσουν τουρισμό.

some townships struggle with budget constraints.

κάποιοι δήμοι αγωνίζονται με περιορισμούς προϋπολογισμού.

townships often collaborate with local organizations for development.

οι δήμοι συχνά συνεργάζονται με τοπικές οργανώσεις για ανάπτυξη.

education initiatives are important in rural townships.

τα προγράμματα εκπαίδευσης είναι σημαντικά στους αγροτικούς δήμους.

townships can vary greatly in size and population.

οι δήμοι μπορούν να διαφέρουν σημαντικά ως προς το μέγεθος και τον πληθυσμό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now