traveler

[US]/ˈtrævələ/
[UK]/ˈtrævələr/
Frequency: Very High

Translation

n. ένας άνθρωπος που ταξιδεύει, ιδιαίτερα σε μακρινές περιοχές; ένας άνθρωπος που ταξιδεύει για επαγγελματικούς ή διασκεδαστικούς λόγους
Word Forms
Pluraltravelers

Phrases & Collocations

frequent traveler

συχνός ταξιδιώτης

business traveler

επαγγελματίας ταξιδιωτής

solo traveler

μοναχικός ταξιδιωτής

seasoned traveler

πεπειρεμένος ταξιδιωτής

world traveler

παγκόσμιος ταξιδιωτής

adventurous traveler

φοβερός ταξιδιωτής

budget traveler

ταξιδιωτής με προϋπολογισμό

cautious traveler

προσεκτικός ταξιδιωτής

family traveler

οικογενειακός ταξιδιωτής

digital traveler

ψηφιακός ταξιδιωτής

Example Sentences

the traveler explored the ancient ruins.

Ο ταξιδιώτης εξερεύνησε τις αρχαίες ανατολικές ρυμοτομίες.

a traveler must always carry a map.

Ο ταξιδιώτης πρέπει πάντα να φέρει ένα χάρτη.

the traveler enjoyed the local cuisine.

Ο ταξιδιώτης απόλαυσε την τοπική κουζίνα.

many travelers prefer to stay in hostels.

Πολλοί ταξιδιώτες προτιμούν να μένουν σε ξενοδοχεία.

the traveler took stunning photographs.

Ο ταξιδιώτης έλαβε εντυπωσιακές φωτογραφίες.

a seasoned traveler knows the best tips.

Ένας εμπειρογνώμων ταξιδιώτης γνωρίζει τις καλύτερες συμβουλές.

the traveler met interesting people along the way.

Ο ταξιδιώτης συναντήσε τους ενδιαφέροντες ανθρώπους κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

every traveler has a unique story to tell.

Κάθε ταξιδιώτης έχει μια μοναδική ιστορία να πει.

the traveler faced unexpected challenges.

Ο ταξιδιώτης αντιμετώπισε απρόσμενες προκλήσεις.

travelers should respect local customs.

Οι ταξιδιώτες πρέπει να σεβόμενοι τις τοπικές παραδόσεις.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now