treed

[US]/triːd/
[UK]/triːd/
Frequency: Very High

Translation

adj. συνδεδεμένος με την καλλιέργεια δένδρων
Word Forms
Pluraltreeds

Phrases & Collocations

treed cat

καταπατημένο γάτο

treed dog

καταπατημένο σκυλί

treed raccoon

καταπατημένο αναγκαστικό

treed squirrel

καταπατημένο κουνέλι

treed animal

καταπατημένο ζώο

treed child

καταπατημένο παιδί

treed bird

καταπατημένο πουλί

treed creature

καταπατημένο όντα

treed person

καταπατημένος άνθρωπος

treed figure

καταπατημένο πρόσωπο

Example Sentences

the cat was treed by the dog.

το γατάκι έγινε από το σκύλο.

we treed the raccoon in the backyard.

έβαλαμε τον καναρίνι στο πίσω μέρος.

they treed the squirrel during their hike.

έβαλαν τον γουρούνι κατά τη διάρκεια της περπάτησής τους.

the children treed their friend while playing tag.

τα παιδιά έβαλαν τον φίλο τους ενώ παίζαν στην παιχνιδιά.

the dog treed a bird, barking loudly.

ο σκύλος έβαλε ένα πουλί, γελώντας έντονα.

after the chase, the fox was treed by the hounds.

μετά την κυνήγια, ο αλόπεκας έγινε από τους σκύλους.

they treed a deer while on their camping trip.

έβαλαν ένα αιγίριο ενώ ήταν στο ταξίδι τους για περιπολικό.

the bear was treed by the park rangers.

ο μεγάλος άρκος έγινε από τους αστυνομικούς του πάρκου.

he treed his dog during their game of fetch.

έβαλε τον σκύλο του κατά το παιχνίδι τους με το κουβάρι.

she treed her cat to keep it safe from the dog.

έβαλε το γατάκι της για να το κρατήσει ασφαλές από το σκύλο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now