trendy

[ΗΠΑ]/'trendɪ/
[ΗΒ]/'trɛndi/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. μοντέρνος, που ενδιαφέρεται για τη μόδα
n. fashionista, κάποιος που ενδιαφέρεται για τη μόδα
Word Forms
Pluraltrendies
Superlativetrendiest
Comparativetrendier

Παραδείγματα Προτάσεων

a trendy sludge green.

ένα μοντέρνο λασπώδες πράσινο.

a trendy neighborhood. unfashionable

μια μοντέρνα γειτονιά. μη μοντέρνο

effete trendies from art college.

απαρχοντοί μοντέρνοι από το κολέγιο τέχνης.

a delicious send-up of a speech given by a trendy academic.

μια υπέροχη παρωδία μιας ομιλίας που έδωσε ένας μοντέρνος ακαδημαϊκός.

trendy clothes.See Synonyms at fashionable

μοντέρα ρούχα. Δείτε Συνώνυμα στο μοντέρνο.

I enjoyed being able to go out and buy trendy clothes.

Απόλαυσα το να μπορώ να βγω και να αγοράσω μοντέρα ρούχα.

The five greatest lipstick shades from Dior in a trendy travel-sized logomania packaging!

Οι πέντε υπέροχες αποχρώσεις κραγιόν από Dior σε μοντέρνα συσκευασία logomania σε μέγεθος για ταξίδι!

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα