truthful

[ΗΠΑ]/ˈtruːθfl/
[ΗΒ]/ˈtruːθfl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. αληθής, ειλικρινής, αυθεντικός
adv. ειλικρινά
n. ειλικρίνεια

Παραδείγματα Προτάσεων

I want a truthful answer.

Θέλω μια ειλικρινή απάντηση.

The trader was truthful and without deceit.

Ο έμπορος ήταν ειλικρινής και χωρίς απάτη.

You can count on him for a truthful report of the accident.

Μπορείτε να βασιστείτε πάνω του για μια ειλικρινή αναφορά του ατυχήματος.

He is very truthful — he never lies.

Είναι πολύ ειλικρινής - δεν λέει ποτέ ψέματα.

His book, while truthful, is wanting in excitement.

Το βιβλίο του, αν και ειλικρινές, στερείται ενθουσιασμού.

I don’t think you are being entirely truthful.

Δεν νομίζω ότι είστε απολύτως ειλικρινείς.

Ruth is always truthful and anything she says will be accredited.

Η Ρουθ είναι πάντα ειλικρινής και οτιδήποτε πει θα αποδοθεί.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα