unacceptably

[ΗΠΑ]/[ʌnˈseptəblɪ]/
[ΗΒ]/[ʌnˈseptəbli]/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adv. Με έναν τρόπο που δεν είναι αποδεκτός· Σε βαθμό που δεν είναι αποδεκτός.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

unacceptably high

αποδεκτά υπερβολικά υψηλό

unacceptably late

αποδεκτά υπερβολικά αργά

unacceptably low

αποδεκτά υπερβολικά χαμηλό

unacceptably poor

αποδεκτά υπερβολικά κακό

unacceptably expensive

αποδεκτά υπερβολικά ακριβό

finding it unacceptably

το βρίσκω αποδεκτά

unacceptably long

αποδεκτά υπερβολικά μεγάλο

unacceptably short

αποδεκτά υπερβολικά σύντομο

unacceptably biased

αποδεκτά υπερβολικά μεροληπτικό

unacceptably risky

αποδεκτά υπερβολικά επικίνδυνο

Παραδείγματα Προτάσεων

the delay was unacceptably long, causing significant disruption to our travel plans.

Η καθυστέρηση ήταν απαράδεκτα μεγάλη, προκαλώντας σημαντική διαταραχή στα ταξιδιωτικά μας σχέδια.

the company's response to the crisis was unacceptably slow and inadequate.

Η απάντηση της εταιρείας στην κρίση ήταν απαράδεκτα αργή και ανεπαρκής.

the noise levels in the area have become unacceptably high, disturbing residents.

Τα επίπεδα θορύβου στην περιοχή έχουν γίνει απαράδεκτα υψηλά, ενοχλώντας τους κατοίκους.

the behavior of some fans at the game was unacceptably aggressive and violent.

Η συμπεριφορά ορισμένων οπαδών στο παιχνίδι ήταν απαράδεκτα επιθετική και βίαιη.

the risk involved in the project was deemed unacceptably high by the board.

Ο κίνδυνος που εμπλεκόταν στο έργο κρίθηκε απαράδεκτα υψηλός από το διοικητικό συμβούλιο.

the cost overruns were unacceptably large, exceeding the initial budget significantly.

Οι υπέρβαση του κόστους ήταν απαράδεκτα μεγάλη, υπερβαίνοντας σημαντικά τον αρχικό προϋπολογισμό.

the quality of the product was unacceptably low, leading to customer complaints.

Η ποιότητα του προϊόντος ήταν απαράδεκτα χαμηλή, προκαλώντας παράπονα πελατών.

the working conditions were unacceptably dangerous, prompting a safety investigation.

Οι συνθήκες εργασίας ήταν απαράδεκτα επικίνδυνες, προκαλώντας μια έρευνα ασφαλείας.

the level of bureaucracy involved was unacceptably complex and time-consuming.

Το επίπεδο γραφειοκρατίας που εμπλεκόταν ήταν απαράδεκτα περίπλοκο και χρονοβόρο.

the lack of communication was unacceptably poor, hindering team collaboration.

Η έλλειψη επικοινωνίας ήταν απαράδεκτα κακή, εμποδίζοντας τη συνεργασία της ομάδας.

the terms of the contract were unacceptably restrictive, limiting our options.

Οι όροι της σύμβασης ήταν απαράδεκτα περιοριστικοί, περιορίζοντας τις επιλογές μας.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα