unaccomplished goals
μη ικανοποιημένοι στόχοι
unaccomplished tasks
μη ολοκληρωμένες εργασίες
unaccomplished dreams
μη πραγματοποιημένα όνειρα
unaccomplished potential
ανεκμετάλλευτο δυναμικό
unaccomplished life
μη ικανοποιημένη ζωή
unaccomplished plans
μη υλοποιημένα σχέδια
unaccomplished projects
μη ολοκληρωμένα έργα
unaccomplished ambitions
μη πραγματοποιημένες φιλοδοξίες
unaccomplished achievements
μη επιτεύγμενα επιτεύγματα
he felt unaccomplished despite his efforts.
Ένιωθε ανεπαρκής παρά τις προσπάθειές του.
many people struggle with feeling unaccomplished.
Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται με το να αισθάνονται ανεπαρκείς.
she was unaccomplished in her early career.
Ήταν ανεπαρκής στην αρχή της καριέρας της.
his unaccomplished goals weighed heavily on him.
Οι μη πραγματοποιηθέντες στόχοι του τον βαρυνούσαν.
feeling unaccomplished can lead to frustration.
Το να αισθάνεσαι ανεπαρκής μπορεί να οδηγήσει σε απογοήτευση.
they viewed their unaccomplished dreams with regret.
Είχαν μετανιώσει για τα μη πραγματοποιηθέντα όνειρά τους.
he often compared himself to others and felt unaccomplished.
Συχνά συγκρινόταν με τους άλλους και ένιωθε ανεπαρκής.
her unaccomplished plans were a source of disappointment.
Τα μη υλοποιηθέντα σχέδιά της ήταν πηγή απογοήτευσης.
overcoming feelings of being unaccomplished is important.
Είναι σημαντικό να ξεπερνάς τα αισθήματα ανεπάρκειας.
he realized that feeling unaccomplished was common.
Διαπίστωσε ότι το να αισθάνεσαι ανεπαρκής ήταν συνηθισμένο.
unaccomplished goals
μη ικανοποιημένοι στόχοι
unaccomplished tasks
μη ολοκληρωμένες εργασίες
unaccomplished dreams
μη πραγματοποιημένα όνειρα
unaccomplished potential
ανεκμετάλλευτο δυναμικό
unaccomplished life
μη ικανοποιημένη ζωή
unaccomplished plans
μη υλοποιημένα σχέδια
unaccomplished projects
μη ολοκληρωμένα έργα
unaccomplished ambitions
μη πραγματοποιημένες φιλοδοξίες
unaccomplished achievements
μη επιτεύγμενα επιτεύγματα
he felt unaccomplished despite his efforts.
Ένιωθε ανεπαρκής παρά τις προσπάθειές του.
many people struggle with feeling unaccomplished.
Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται με το να αισθάνονται ανεπαρκείς.
she was unaccomplished in her early career.
Ήταν ανεπαρκής στην αρχή της καριέρας της.
his unaccomplished goals weighed heavily on him.
Οι μη πραγματοποιηθέντες στόχοι του τον βαρυνούσαν.
feeling unaccomplished can lead to frustration.
Το να αισθάνεσαι ανεπαρκής μπορεί να οδηγήσει σε απογοήτευση.
they viewed their unaccomplished dreams with regret.
Είχαν μετανιώσει για τα μη πραγματοποιηθέντα όνειρά τους.
he often compared himself to others and felt unaccomplished.
Συχνά συγκρινόταν με τους άλλους και ένιωθε ανεπαρκής.
her unaccomplished plans were a source of disappointment.
Τα μη υλοποιηθέντα σχέδιά της ήταν πηγή απογοήτευσης.
overcoming feelings of being unaccomplished is important.
Είναι σημαντικό να ξεπερνάς τα αισθήματα ανεπάρκειας.
he realized that feeling unaccomplished was common.
Διαπίστωσε ότι το να αισθάνεσαι ανεπαρκής ήταν συνηθισμένο.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now