she was unamused by some of the things written about her.
Δεν την ενδιέφεραν καθόλου κάποια από τα πράγματα που γράφτηκαν για εκείνη.
She was unamused by his lame jokes.
Δεν την ενδιέφεραν τα ανυπόφανα της ανάλογα.
The teacher looked unamused at the student's excuse.
Ο διδάσκαλος δεν ενδιέφερε την εξήγηση του μαθητή.
He remained unamused throughout the boring presentation.
Παρέμεινε απροσεχής κατά τη διάρκεια της κούραστης παρουσίασης.
The cat sat unamused as its owner tried to entertain it.
Η γάτα έμενε απροσεχής ενώ ο ιδιοκτήτης της προσπαθούσε να την διασκεδάσει.
She gave him an unamused look when he made a silly mistake.
Του έδωσε μια απροσεχή ματιά όταν έκανε μια ασυνήθιστη λάθος.
The audience was unamused by the comedian's offensive jokes.
Ο κοινός δεν τον ενδιέφερε από τα απαράδεκτα χιούμορ του κωμικού.
He tried to make her laugh, but she remained unamused.
Προσπάθησε να την κάνει να γελάσει, αλλά παρέμεινε απροσεχής.
The unamused expression on her face told him she was not impressed.
Η απροσεχής έκφραση στο πρόσωπό της του είπε ότι δεν ήταν εντυπωσιασμένος.
The dog looked unamused as its owner dressed it up in a costume.
Το σκυλί έδειχνε απροσεχής ενώ ο ιδιοκτήτης του τον έστρωσε σε ένα κοστούμι.
She was unamused by his attempts to flirt with her.
Δεν την ενδιέφεραν οι προσπάθειές του να της προσέγγισε.
she was unamused by some of the things written about her.
Δεν την ενδιέφεραν καθόλου κάποια από τα πράγματα που γράφτηκαν για εκείνη.
She was unamused by his lame jokes.
Δεν την ενδιέφεραν τα ανυπόφανα της ανάλογα.
The teacher looked unamused at the student's excuse.
Ο διδάσκαλος δεν ενδιέφερε την εξήγηση του μαθητή.
He remained unamused throughout the boring presentation.
Παρέμεινε απροσεχής κατά τη διάρκεια της κούραστης παρουσίασης.
The cat sat unamused as its owner tried to entertain it.
Η γάτα έμενε απροσεχής ενώ ο ιδιοκτήτης της προσπαθούσε να την διασκεδάσει.
She gave him an unamused look when he made a silly mistake.
Του έδωσε μια απροσεχή ματιά όταν έκανε μια ασυνήθιστη λάθος.
The audience was unamused by the comedian's offensive jokes.
Ο κοινός δεν τον ενδιέφερε από τα απαράδεκτα χιούμορ του κωμικού.
He tried to make her laugh, but she remained unamused.
Προσπάθησε να την κάνει να γελάσει, αλλά παρέμεινε απροσεχής.
The unamused expression on her face told him she was not impressed.
Η απροσεχής έκφραση στο πρόσωπό της του είπε ότι δεν ήταν εντυπωσιασμένος.
The dog looked unamused as its owner dressed it up in a costume.
Το σκυλί έδειχνε απροσεχής ενώ ο ιδιοκτήτης του τον έστρωσε σε ένα κοστούμι.
She was unamused by his attempts to flirt with her.
Δεν την ενδιέφεραν οι προσπάθειές του να της προσέγγισε.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now