unavowed intentions
ανακριβείς σκοποί
unavowed beliefs
ανακριβείς πεποιθήσεις
unavowed feelings
ανακριβείς συναισθήματα
unavowed motives
ανακριβείς κίνητρα
unavowed desires
ανακριβείς επιθυμίες
unavowed secrets
ανακριβείς μυστικά
unavowed love
ανακριβής αγάπη
unavowed support
ανακριβής υποστήριξη
unavowed allegiance
ανακριβής πίστη
unavowed opinions
ανακριβείς απόψεις
his unavowed intentions were clear to everyone.
τα αναπεριστατωμένα του σχέδια ήταν σαφή για όλους.
she had unavowed ambitions that drove her to succeed.
είχε αναπεριστατωμένες προθέσεις που την έπιαναν να επιτύχει.
the unavowed truth lingered in the air.
η αναπεριστατωμένη αλήθεια έμενε στο αέρα.
his unavowed feelings for her were hard to hide.
τα αναπεριστατωμένα του συναισθήματα για εκείνη ήταν δύσκολο να τα κρατήσει καταπιεσμένα.
there was an unavowed rivalry between the two teams.
υπήρχε αναπεριστατωμένη ανταγωνιστικότητα μεταξύ των δύο ομάδων.
she maintained an unavowed stance on the issue.
διατήρησε αναπεριστατωμένη θέση στο θέμα.
his unavowed support for the project surprised everyone.
η αναπεριστατωμένη υποστήριξή του για το έργο έκανε έκπληξη σε όλους.
they shared an unavowed understanding that transcended words.
μοιράστηκαν μια αναπεριστατωμένη κατανόηση που υπερέβαινε τις λέξεις.
the unavowed loyalty of the employees was commendable.
η αναπεριστατωμένη πίστη των υπαλλήλων ήταν αξιόλογη.
his unavowed critiques of the policy were insightful.
τα αναπεριστατωμένα κριτικά του για την πολιτική ήταν ενδιαφέροντα.
unavowed intentions
ανακριβείς σκοποί
unavowed beliefs
ανακριβείς πεποιθήσεις
unavowed feelings
ανακριβείς συναισθήματα
unavowed motives
ανακριβείς κίνητρα
unavowed desires
ανακριβείς επιθυμίες
unavowed secrets
ανακριβείς μυστικά
unavowed love
ανακριβής αγάπη
unavowed support
ανακριβής υποστήριξη
unavowed allegiance
ανακριβής πίστη
unavowed opinions
ανακριβείς απόψεις
his unavowed intentions were clear to everyone.
τα αναπεριστατωμένα του σχέδια ήταν σαφή για όλους.
she had unavowed ambitions that drove her to succeed.
είχε αναπεριστατωμένες προθέσεις που την έπιαναν να επιτύχει.
the unavowed truth lingered in the air.
η αναπεριστατωμένη αλήθεια έμενε στο αέρα.
his unavowed feelings for her were hard to hide.
τα αναπεριστατωμένα του συναισθήματα για εκείνη ήταν δύσκολο να τα κρατήσει καταπιεσμένα.
there was an unavowed rivalry between the two teams.
υπήρχε αναπεριστατωμένη ανταγωνιστικότητα μεταξύ των δύο ομάδων.
she maintained an unavowed stance on the issue.
διατήρησε αναπεριστατωμένη θέση στο θέμα.
his unavowed support for the project surprised everyone.
η αναπεριστατωμένη υποστήριξή του για το έργο έκανε έκπληξη σε όλους.
they shared an unavowed understanding that transcended words.
μοιράστηκαν μια αναπεριστατωμένη κατανόηση που υπερέβαινε τις λέξεις.
the unavowed loyalty of the employees was commendable.
η αναπεριστατωμένη πίστη των υπαλλήλων ήταν αξιόλογη.
his unavowed critiques of the policy were insightful.
τα αναπεριστατωμένα κριτικά του για την πολιτική ήταν ενδιαφέροντα.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now