unblushing honesty
απροστάσιμη ειλικρίνεια
unblushing pride
απροστάσιμη περηφάνια
unblushing audacity
απροστάσιμη τόλμη
unblushing confidence
απροστάσιμη αυτοπεποίθηση
unblushing flattery
απροστάσιμη ύπνωση
unblushing self-promotion
απροστάσιμη αυτοπροώθηση
unblushing behavior
απροστάσιμη συμπεριφορά
unblushing greed
απροστάσιμη πείρα
unblushing enthusiasm
απροστάσιμη θέρμη
unblushing display
απροστάσιμη παρουσίαση
she made an unblushing request for a raise.
έκανε μια απροστάτευτη αίτηση για αύξηση μισθού.
his unblushing honesty impressed everyone in the room.
η απροστάτευτη ειλικρίνεια του έκανε εντύπωση σε όλους στο δωμάτιο.
they were unblushing in their pursuit of wealth.
ήταν απροστάτευτοι στην προσπάθειά τους για πλούτη.
her unblushing attitude towards criticism was surprising.
η απροστάτευτη στάση της προς την κριτική ήταν έκπληκτη.
he made an unblushing claim about his achievements.
έκανε μια απροστάτευτη δήλωση για τις επιτελήσεις του.
the politician's unblushing promises were hard to believe.
τα απροστάτευτα υποσχέσεις του πολιτικού ήταν δύσπιστα.
she smiled with an unblushing confidence during the interview.
έγειρε με απροστάτευτη αυτοπεποίθηση κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.
his unblushing behavior at the party shocked the guests.
η απροστάτευτη συμπεριφορά του στην παρέα έκανε τους επισκέπτες να ξεπεράσουν.
they approached the problem with an unblushing determination.
προσέγγισαν το πρόβλημα με απροστάτευτη αποφασιστικότητα.
her unblushing enthusiasm for the project was infectious.
η απροστάτευτη θέρμη της για το έργο ήταν μεταδοτική.
unblushing honesty
απροστάσιμη ειλικρίνεια
unblushing pride
απροστάσιμη περηφάνια
unblushing audacity
απροστάσιμη τόλμη
unblushing confidence
απροστάσιμη αυτοπεποίθηση
unblushing flattery
απροστάσιμη ύπνωση
unblushing self-promotion
απροστάσιμη αυτοπροώθηση
unblushing behavior
απροστάσιμη συμπεριφορά
unblushing greed
απροστάσιμη πείρα
unblushing enthusiasm
απροστάσιμη θέρμη
unblushing display
απροστάσιμη παρουσίαση
she made an unblushing request for a raise.
έκανε μια απροστάτευτη αίτηση για αύξηση μισθού.
his unblushing honesty impressed everyone in the room.
η απροστάτευτη ειλικρίνεια του έκανε εντύπωση σε όλους στο δωμάτιο.
they were unblushing in their pursuit of wealth.
ήταν απροστάτευτοι στην προσπάθειά τους για πλούτη.
her unblushing attitude towards criticism was surprising.
η απροστάτευτη στάση της προς την κριτική ήταν έκπληκτη.
he made an unblushing claim about his achievements.
έκανε μια απροστάτευτη δήλωση για τις επιτελήσεις του.
the politician's unblushing promises were hard to believe.
τα απροστάτευτα υποσχέσεις του πολιτικού ήταν δύσπιστα.
she smiled with an unblushing confidence during the interview.
έγειρε με απροστάτευτη αυτοπεποίθηση κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.
his unblushing behavior at the party shocked the guests.
η απροστάτευτη συμπεριφορά του στην παρέα έκανε τους επισκέπτες να ξεπεράσουν.
they approached the problem with an unblushing determination.
προσέγγισαν το πρόβλημα με απροστάτευτη αποφασιστικότητα.
her unblushing enthusiasm for the project was infectious.
η απροστάτευτη θέρμη της για το έργο ήταν μεταδοτική.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now