unchangeably constant
αμεταβλητα σταθερό
unchangeably true
αμεταβλητα αληθινό
unchangeably fixed
αμεταβλητα σταθμευμένο
unchangeably loyal
αμεταβλητα πιστός
unchangeably strong
αμεταβλητα ισχυρός
unchangeably clear
αμεταβλητα σαφής
unchangeably reliable
αμεταβλητα αξιόπιστος
unchangeably safe
αμεταβλητα ασφαλής
unchangeably valid
αμεταβλητα ισχύων
unchangeably perfect
αμεταβλητα τέλειος
her feelings for him remained unchangeably strong.
τα αισθήματά της για εκείνον παρέμεναν αναπάμπτως ισχυρά.
the rules were unchangeably set by the committee.
οι κανόνες είχαν θεσπιστεί αναπάμπτως από το συμβούλιο.
his dedication to the project was unchangeably evident.
η προσήλωσή του στο έργο ήταν αναπάμπτως φανερή.
the landscape appeared unchangeably beautiful through the seasons.
το τοπίο φαινόταν αναπάμπτως όμορφο κατά τις εποχές.
her commitment to her goals remained unchangeably firm.
η προσήλωσή της στους στόχους της παρέμενε αναπάμπτως σταθερή.
his opinions on the matter were unchangeably clear.
τα σχόλιά του για το θέμα ήταν αναπάμπτως σαφή.
the company's values are unchangeably rooted in integrity.
τα αξιώματα της εταιρείας είναι αναπάμπτως ριζωμένα στην ακεραιότητα.
her love for music remained unchangeably passionate.
η αγάπη της για τη μουσική παρέμενε αναπάμπτως ζεστή.
the traditions of the community are unchangeably respected.
τα παραδόσεις της κοινότητας είναι αναπάμπτως αναγνωρισμένες.
his loyalty to his friends was unchangeably unwavering.
η πίστη του στους φίλους του ήταν αναπάμπτως ανέκαθεν.
unchangeably constant
αμεταβλητα σταθερό
unchangeably true
αμεταβλητα αληθινό
unchangeably fixed
αμεταβλητα σταθμευμένο
unchangeably loyal
αμεταβλητα πιστός
unchangeably strong
αμεταβλητα ισχυρός
unchangeably clear
αμεταβλητα σαφής
unchangeably reliable
αμεταβλητα αξιόπιστος
unchangeably safe
αμεταβλητα ασφαλής
unchangeably valid
αμεταβλητα ισχύων
unchangeably perfect
αμεταβλητα τέλειος
her feelings for him remained unchangeably strong.
τα αισθήματά της για εκείνον παρέμεναν αναπάμπτως ισχυρά.
the rules were unchangeably set by the committee.
οι κανόνες είχαν θεσπιστεί αναπάμπτως από το συμβούλιο.
his dedication to the project was unchangeably evident.
η προσήλωσή του στο έργο ήταν αναπάμπτως φανερή.
the landscape appeared unchangeably beautiful through the seasons.
το τοπίο φαινόταν αναπάμπτως όμορφο κατά τις εποχές.
her commitment to her goals remained unchangeably firm.
η προσήλωσή της στους στόχους της παρέμενε αναπάμπτως σταθερή.
his opinions on the matter were unchangeably clear.
τα σχόλιά του για το θέμα ήταν αναπάμπτως σαφή.
the company's values are unchangeably rooted in integrity.
τα αξιώματα της εταιρείας είναι αναπάμπτως ριζωμένα στην ακεραιότητα.
her love for music remained unchangeably passionate.
η αγάπη της για τη μουσική παρέμενε αναπάμπτως ζεστή.
the traditions of the community are unchangeably respected.
τα παραδόσεις της κοινότητας είναι αναπάμπτως αναγνωρισμένες.
his loyalty to his friends was unchangeably unwavering.
η πίστη του στους φίλους του ήταν αναπάμπτως ανέκαθεν.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now