uncreative

[US]/'ʌnkri'eitiv/
Frequency: Very High

Translation

adj. χωρίς δημιουργικότητα, καταπραγματευμένος και ανυπνός.

Example Sentences

His works show an uncreative imagination.

Τα έργα του δείχνουν μια μη ευφαντική φαντασία.

The birthplace of paper, printing, gunpowder, and the magnetic compass turned inward, uncreative, and xenophobic.

Ο τόπος γέννησης του χαρτιού, της εκτύπωσης, του πυροξυλίου και του μαγνητικού χάρτη γύρισε προς το εσωτερικό, ανεπαρκής και ξενοφοβικός.

She found the uncreative task boring.

Βρήκε τη μη ευφαντική εργασία κούραστη.

The uncreative design failed to impress the client.

Η μη ευφαντική σχεδίαση απέτυχε να πείσει τον πελάτη.

His uncreative approach to problem-solving was ineffective.

Η μη ευφαντική προσέγγισή του στην επίλυση προβλημάτων ήταν αναποτελεσματική.

The uncreative writing lacked originality.

Η μη ευφαντική γραφή έχασε την πρωτότυπη.

I prefer creative solutions over uncreative ones.

Προτιμώ τις ευφαντικές λύσεις από τις μη ευφαντικές.

The uncreative presentation failed to engage the audience.

Η μη ευφαντική παρουσίαση απέτυχε να ενδιαφέρει το κοινό.

His uncreative mindset limited his potential.

Η μη ευφαντική σκέψη του περιορίζει το δυνατικό του.

The uncreative use of colors made the painting dull.

Η μη ευφαντική χρήση χρωμάτων έκανε τη ζωγραφική αδιαφορική.

The uncreative advertising campaign did not generate much interest.

Η μη ευφαντική εκστρατεία διαφήμισης δεν προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον.

She was frustrated by her uncreative work environment.

Ήταν απογοητευμένη από το μη ευφαντικό εργασιακό της περιβάλλον.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now