undeniable evidence
αμελετήσιμο πρόσφυγμα
undeniable fact
αμελετήσιμο γεγονός
to an undeniable degree
με αμφισβητητό τρόπο
in an undeniable manner
με έναν αδιαμφισβήτητο τρόπο
she felt an undeniable charm emanating from him.
αισθάνταν ένα αμφισβητητό παρασκευασμένο από αυτόν.
it is an undeniable fact that some dogs are easier to train than others.
είναι αμφισβητητό γεγονός ότι κάποια σκυλιά είναι ευκολότερα να εκπαιδευτούν από άλλα.
First, he exposes in a bold way the real existence of American black people, including their undeniable racial identity, praise-worthy beauty and unescapable defects.
Πρώτα απ' όλα, εκτίθεται με ένα απερίφθαλτο τρόπο την πραγματική ύπαρξη των Αμερικανών μαύρων ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης της αμφισβητητής εθνικής τους ταυτότητας, της αξιόλογης ομορφιάς και των αποφύγιμων ελαττωμάτων τους.
undeniable evidence
αμελετήσιμο πρόσφυγμα
undeniable fact
αμελετήσιμο γεγονός
to an undeniable degree
με αμφισβητητό τρόπο
in an undeniable manner
με έναν αδιαμφισβήτητο τρόπο
she felt an undeniable charm emanating from him.
αισθάνταν ένα αμφισβητητό παρασκευασμένο από αυτόν.
it is an undeniable fact that some dogs are easier to train than others.
είναι αμφισβητητό γεγονός ότι κάποια σκυλιά είναι ευκολότερα να εκπαιδευτούν από άλλα.
First, he exposes in a bold way the real existence of American black people, including their undeniable racial identity, praise-worthy beauty and unescapable defects.
Πρώτα απ' όλα, εκτίθεται με ένα απερίφθαλτο τρόπο την πραγματική ύπαρξη των Αμερικανών μαύρων ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης της αμφισβητητής εθνικής τους ταυτότητας, της αξιόλογης ομορφιάς και των αποφύγιμων ελαττωμάτων τους.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now