undignified

[ΗΠΑ]/ʌn'dɪgnɪfaɪd/
[ΗΒ]/ʌn'dɪgnə'faɪd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

Παραδείγματα Προτάσεων

an undignified rush to be first

an undignified scramble over the wall.

He was reluctant to strike such an undignified pose before his girlfriend.

to behave in an undignified way

to speak in an undignified manner

to find oneself in an undignified position

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα