unequivocally

[US]/ˌ ʌnɪˈk wɪvəkəlɪ/
[UK]/ˌ ʌnɪˈk wɪvək l..ɪ/
Frequency: Very High

Translation

adv. με έναν τρόπο που είναι πλήρως κατανοητός και δεν αφήνει περιθώρια ερμηνείας; χωρίς καμία αμφιβολία ή ασαφή.

Example Sentences

The evidence unequivocally proves his innocence.

Η απόδειξη αποδεικνύει αμερόληπτα την αθωότητά του.

She unequivocally stated her opinion on the matter.

Απεσκευάστηκε απολύτως η γνώμη της για το θέμα.

The company unequivocally supports diversity in the workplace.

Η εταιρεία υποστηρίζει απολύτως την ποικιλομορφία στο εργασιακό περιβάντιο.

He unequivocally rejected the proposal.

Απέρριψε απολύτως την πρόταση.

The results of the experiment unequivocally demonstrate the theory.

Τα αποτελέσματα του πειράματος αποδεικνύουν απολύτως τη θεωρία.

The new policy is unequivocally beneficial for the environment.

Η νέα πολιτική είναι απολύτως ωφέλιμη για το περιβάντιο.

She unequivocally condemned the act of violence.

Καταδικάστηκε απολύτως το έγκλημα βίας.

The team unequivocally won the championship.

Ο ομάδα κέρδισε απολύτως το πρωτάθλημα.

The artist's talent is unequivocally recognized by critics.

Η δεξιότητα του καλλιτεχνή αναγνωρίζεται απολύτως από τους κριτικούς.

The decision was made unequivocally by the board of directors.

Η απόφαση λήφθηκε απολύτως από το διοικητικό συμβούλιο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now