uneventful

[US]/ˌʌnɪˈventfl/
[UK]/ˌʌnɪˈventfl/
Frequency: Very High

Translation

adj. χωρίς κάποια σημαντικά γεγονότα; χωρίς εντυπωσιακά περιστατικά; ήρεμος; κανονικός.

Example Sentences

Her passage across the Pacific was uneventful.

Η διαδρομή της δια της Τερρακόπας ήταν αμέλητη.

The flight was uneventful, with no turbulence or delays.

Η πτήση ήταν απρόσκλητη, χωρίς ταραχές ή καθυστερήσεις.

Her daily routine was rather uneventful, consisting of work, gym, and dinner at home.

Η καθημερινή της διαδικασία ήταν αρκετά απρόσκλητη, αποτελούμενη από εργασία, γυμναστική και δειπνιδικό σπίτι.

The meeting was uneventful, with no major decisions made.

Η συνάντηση ήταν απρόσκλητη, χωρίς να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις.

The weekend passed by uneventfully, without any exciting plans.

Το Σαββατοκύριακο πέρασε απρόσκλητα, χωρίς κανένα συναρπαστικό σχέδιο.

The train journey was uneventful, with no unexpected stops or incidents.

Η τροχαία διαδρομή ήταν απρόσκλητη, χωρίς απρόσμενες στάσεις ή περιστατικά.

His life in the small town was uneventful, with nothing much happening.

Η ζωή του στη μικρή πόλη ήταν απρόσκλητη, με τίποτα σημαντικό να συμβαίνει.

The movie was uneventful, lacking excitement or a gripping plot.

Η ταινία ήταν απρόσκλητη, χωρίς ένταση ή εντυπωσιακή πλοκή.

The book was uneventful, with a slow-paced narrative and no major twists.

Το βιβλίο ήταν απρόσκλητο, με μια αργή περιγραφή και χωρίς σημαντικές ανατροπές.

The party turned out to be rather uneventful, with few guests and no entertainment.

Η γιορτή έγινε αρκετά απρόσκλητη, με λίγους επισκέπτες και χωρίς ενδιαφέροντα δρώμενα.

His vacation was uneventful, spent mostly lounging by the pool.

Η διακοπή του ήταν απρόσκλητη, περισσότερο περνούμενη στο πισίνα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now