ungrudging support
απρόθυμη υποστήριξη
ungrudging praise
απρόθυμη επαίνους
ungrudging assistance
απρόθυμη βοήθεια
ungrudging love
απρόθυμο αγάπη
ungrudging generosity
απρόθυμη γενειοσύνη
ungrudging acceptance
απρόθυμη αποδοχή
ungrudging gratitude
απρόθυμη ευγνωμοσύνη
ungrudging effort
απρόθυμη προσπάθεια
ungrudging commitment
απρόθυμη προσήλωση
ungrudging cooperation
απρόθυμη συνεργασία
she offered her help ungrudgingly to everyone in need.
ήθελε να προσφέρει τη βοήθειά της χωρίς δισταγμό σε όλους τους ανάγκες.
his ungrudging support made a significant difference in her life.
η χωρίς δισταγμό υποστήριξή του έκανε σημαντική διαφορά στη ζωή της.
they accepted the criticism ungrudgingly, knowing it would help them improve.
τα δέχτηκαν τις κριτικές χωρίς δισταγμό, γνωρίζοντας ότι θα τους βοηθήσει να βελτιωθούν.
the team worked ungrudgingly to meet the project deadline.
η ομάδα εργάστηκε χωρίς δισταγμό για να πετύχει την προθεσμία του έργου.
her ungrudging enthusiasm inspired the entire group.
η χωρίς δισταγμό θερμότητά της ενθάρρυνε όλο το συγκρότημα.
he gave ungrudging praise to his colleagues for their hard work.
έδωσε χωρίς δισταγμό επαίνους στους συναδέλφους του για τη σκληρή εργασία τους.
they shared their resources ungrudgingly during the crisis.
μοιράστηκαν τους πόρους τους χωρίς δισταγμό κατά την κρίση.
her ungrudging attitude towards learning impressed her teachers.
η χωρίς δισταγμό στάση της προς τη μάθηση έκανε εντύπωση στους δασκάλους της.
he accepted the challenge ungrudgingly, eager to prove himself.
αποδέχτηκε την πρόκληση χωρίς δισταγμό, έχοντας την επιθυμία να αποδείξει τον εαυτό του.
the volunteers worked ungrudgingly to help the community.
οι εθελοντές εργάστηκαν χωρίς δισταγμό για να βοηθήσουν την κοινότητα.
ungrudging support
απρόθυμη υποστήριξη
ungrudging praise
απρόθυμη επαίνους
ungrudging assistance
απρόθυμη βοήθεια
ungrudging love
απρόθυμο αγάπη
ungrudging generosity
απρόθυμη γενειοσύνη
ungrudging acceptance
απρόθυμη αποδοχή
ungrudging gratitude
απρόθυμη ευγνωμοσύνη
ungrudging effort
απρόθυμη προσπάθεια
ungrudging commitment
απρόθυμη προσήλωση
ungrudging cooperation
απρόθυμη συνεργασία
she offered her help ungrudgingly to everyone in need.
ήθελε να προσφέρει τη βοήθειά της χωρίς δισταγμό σε όλους τους ανάγκες.
his ungrudging support made a significant difference in her life.
η χωρίς δισταγμό υποστήριξή του έκανε σημαντική διαφορά στη ζωή της.
they accepted the criticism ungrudgingly, knowing it would help them improve.
τα δέχτηκαν τις κριτικές χωρίς δισταγμό, γνωρίζοντας ότι θα τους βοηθήσει να βελτιωθούν.
the team worked ungrudgingly to meet the project deadline.
η ομάδα εργάστηκε χωρίς δισταγμό για να πετύχει την προθεσμία του έργου.
her ungrudging enthusiasm inspired the entire group.
η χωρίς δισταγμό θερμότητά της ενθάρρυνε όλο το συγκρότημα.
he gave ungrudging praise to his colleagues for their hard work.
έδωσε χωρίς δισταγμό επαίνους στους συναδέλφους του για τη σκληρή εργασία τους.
they shared their resources ungrudgingly during the crisis.
μοιράστηκαν τους πόρους τους χωρίς δισταγμό κατά την κρίση.
her ungrudging attitude towards learning impressed her teachers.
η χωρίς δισταγμό στάση της προς τη μάθηση έκανε εντύπωση στους δασκάλους της.
he accepted the challenge ungrudgingly, eager to prove himself.
αποδέχτηκε την πρόκληση χωρίς δισταγμό, έχοντας την επιθυμία να αποδείξει τον εαυτό του.
the volunteers worked ungrudgingly to help the community.
οι εθελοντές εργάστηκαν χωρίς δισταγμό για να βοηθήσουν την κοινότητα.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now