uninfluential person
ανεπηρεαστικός πρόσωπος
uninfluential opinion
ανεπηρεαστική άποψη
uninfluential group
ανεπηρεαστική ομάδα
uninfluential role
ανεπηρεαστικό ρόλο
uninfluential leader
ανεπηρεαστικός ηγέτης
uninfluential factor
ανεπηρεαστικός παράγοντας
uninfluential voice
ανεπηρεαστική φωνή
uninfluential decision
ανεπηρεαστική απόφαση
uninfluential figure
ανεπηρεαστικό πρόσωπο
uninfluential statement
ανεπηρεαστική δήλωση
the politician's speech was uninfluential and failed to inspire the crowd.
Η ομιλία του πολιτικού ήταν ανήμπορη να επηρεάσει και απέτυχε να ενθουσιάσει το συγκεντρωμένο κοινό.
despite his efforts, his opinions remained uninfluential in the debate.
Παρά τις προσπάθειές του, οι απόψεις του παρέμειναν ανήμπορες να επηρεάσουν τη συζήτηση.
her uninfluential status in the company made it hard for her to implement changes.
Η ανήμπορη θέση της στην εταιρεία έκανε δύσκολη την εφαρμογή αλλαγών.
the research findings were deemed uninfluential by the scientific community.
Τα αποτελέσματα της έρευνας θεωρήθηκαν ανήμπορα από την επιστημονική κοινότητα.
many uninfluential voices were drowned out by the loud protests.
Πολλές ανήμπορες φωνές καταπνίγηκαν από τις έντονες προτροπές.
his uninfluential role in the project left him feeling undervalued.
Ο ανήμπορος ρόλος του στο έργο τον έκανε να αισθάνεται αξιολογημένος.
they realized that their uninfluential opinions would not change the outcome.
Πραγματοποιήθηκε ότι οι ανήμπορες απόψεις τους δεν θα αλλάξουν το αποτέλεσμα.
the article was criticized for being uninfluential and lacking depth.
Το άρθρο κριτική για να είναι ανήμπορο και να απεικονίζει έλλειψη βάθους.
his uninfluential presence at the meeting did not contribute to the discussion.
Η ανήμπορη παρουσία του στη συνάντηση δεν συνέβαλε στη συζήτηση.
being uninfluential in her field, she sought mentorship from experts.
Επειδή ήταν ανήμπορη στον τομέα της, αναζήτησε συμβουλευτική βοήθεια από ειδικούς.
uninfluential person
ανεπηρεαστικός πρόσωπος
uninfluential opinion
ανεπηρεαστική άποψη
uninfluential group
ανεπηρεαστική ομάδα
uninfluential role
ανεπηρεαστικό ρόλο
uninfluential leader
ανεπηρεαστικός ηγέτης
uninfluential factor
ανεπηρεαστικός παράγοντας
uninfluential voice
ανεπηρεαστική φωνή
uninfluential decision
ανεπηρεαστική απόφαση
uninfluential figure
ανεπηρεαστικό πρόσωπο
uninfluential statement
ανεπηρεαστική δήλωση
the politician's speech was uninfluential and failed to inspire the crowd.
Η ομιλία του πολιτικού ήταν ανήμπορη να επηρεάσει και απέτυχε να ενθουσιάσει το συγκεντρωμένο κοινό.
despite his efforts, his opinions remained uninfluential in the debate.
Παρά τις προσπάθειές του, οι απόψεις του παρέμειναν ανήμπορες να επηρεάσουν τη συζήτηση.
her uninfluential status in the company made it hard for her to implement changes.
Η ανήμπορη θέση της στην εταιρεία έκανε δύσκολη την εφαρμογή αλλαγών.
the research findings were deemed uninfluential by the scientific community.
Τα αποτελέσματα της έρευνας θεωρήθηκαν ανήμπορα από την επιστημονική κοινότητα.
many uninfluential voices were drowned out by the loud protests.
Πολλές ανήμπορες φωνές καταπνίγηκαν από τις έντονες προτροπές.
his uninfluential role in the project left him feeling undervalued.
Ο ανήμπορος ρόλος του στο έργο τον έκανε να αισθάνεται αξιολογημένος.
they realized that their uninfluential opinions would not change the outcome.
Πραγματοποιήθηκε ότι οι ανήμπορες απόψεις τους δεν θα αλλάξουν το αποτέλεσμα.
the article was criticized for being uninfluential and lacking depth.
Το άρθρο κριτική για να είναι ανήμπορο και να απεικονίζει έλλειψη βάθους.
his uninfluential presence at the meeting did not contribute to the discussion.
Η ανήμπορη παρουσία του στη συνάντηση δεν συνέβαλε στη συζήτηση.
being uninfluential in her field, she sought mentorship from experts.
Επειδή ήταν ανήμπορη στον τομέα της, αναζήτησε συμβουλευτική βοήθεια από ειδικούς.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now