He was unjustifiably fired from his job.
Ήταν απολυμένος από τη δουλειά του χωρίς να υπάρχει λόγος.
The decision to cut down the trees was unjustifiably made without consulting the community.
Η απόφαση να κοπούν τα δέντρα έγινε χωρίς να υπάρχει λόγος και χωρίς να συμβουλευτεί η κοινότητα.
She was unjustifiably accused of stealing the money.
Η κατηγορήθηκε χωρίς να υπάρχει λόγος για την κλοπή του χρήματος.
The company unjustifiably raised the prices of their products.
Η εταιρεία αυξήθηκαν χωρίς να υπάρχει λόγος τα τιμή των προϊόντων της.
He was unjustifiably blamed for the project's failure.
Ήταν χωρίς να υπάρχει λόγος ενοχοποιημένος για την αποτυχία του έργου.
The teacher unjustifiably punished the students for a mistake they didn't make.
Ο δάσκαλος πολύ αντικαταστάθηκε τα μαθητές για ένα λάθος που δεν έκαναν χωρίς να υπάρχει λόγος.
The athlete was unjustifiably disqualified from the race due to a technicality.
Ο αθλητής αποκλείστηκε χωρίς να υπάρχει λόγος από την αγώνα λόγω ενός τεχνικού λόγου.
The landlord unjustifiably increased the rent without giving any reason.
Ο ενοικιαστής αυξήθηκε χωρίς να υπάρχει λόγος το ενοίκιο χωρίς να δώσει οποιοδήποτε λόγο.
She was unjustifiably denied access to the information she needed for her research.
Η αρνήθηκε χωρίς να υπάρχει λόγος την πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειαζόταν για την έρευνα της.
The police unjustifiably used excessive force during the peaceful protest.
Η αστυνομία χρησιμοποιήσει χωρίς να υπάρχει λόγος υπερβολική δύναμη κατά την ηρεμία διαμαρτυρίας.
He was unjustifiably fired from his job.
Ήταν απολυμένος από τη δουλειά του χωρίς να υπάρχει λόγος.
The decision to cut down the trees was unjustifiably made without consulting the community.
Η απόφαση να κοπούν τα δέντρα έγινε χωρίς να υπάρχει λόγος και χωρίς να συμβουλευτεί η κοινότητα.
She was unjustifiably accused of stealing the money.
Η κατηγορήθηκε χωρίς να υπάρχει λόγος για την κλοπή του χρήματος.
The company unjustifiably raised the prices of their products.
Η εταιρεία αυξήθηκαν χωρίς να υπάρχει λόγος τα τιμή των προϊόντων της.
He was unjustifiably blamed for the project's failure.
Ήταν χωρίς να υπάρχει λόγος ενοχοποιημένος για την αποτυχία του έργου.
The teacher unjustifiably punished the students for a mistake they didn't make.
Ο δάσκαλος πολύ αντικαταστάθηκε τα μαθητές για ένα λάθος που δεν έκαναν χωρίς να υπάρχει λόγος.
The athlete was unjustifiably disqualified from the race due to a technicality.
Ο αθλητής αποκλείστηκε χωρίς να υπάρχει λόγος από την αγώνα λόγω ενός τεχνικού λόγου.
The landlord unjustifiably increased the rent without giving any reason.
Ο ενοικιαστής αυξήθηκε χωρίς να υπάρχει λόγος το ενοίκιο χωρίς να δώσει οποιοδήποτε λόγο.
She was unjustifiably denied access to the information she needed for her research.
Η αρνήθηκε χωρίς να υπάρχει λόγος την πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειαζόταν για την έρευνα της.
The police unjustifiably used excessive force during the peaceful protest.
Η αστυνομία χρησιμοποιήσει χωρίς να υπάρχει λόγος υπερβολική δύναμη κατά την ηρεμία διαμαρτυρίας.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now