unlovable

[ΗΠΑ]/ˌʌn'lʌvəbl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. ανίκαρος να αγαπηθεί (n. ανικανότητα, v. αγαπώ, adj. ανίκαρος, adv. ανικάρως)

Παραδείγματα Προτάσεων

a very unlovable child.

ένα πολύ δυσάρεστο παιδί.

feeling unlovable and unworthy

νιώθοντας ανεπαίσθητο και άξιο.

struggling with feeling unlovable

παλεύοντας με το να νιώθεις ανεπαίσθητος.

believing oneself to be unlovable

πιστεύοντας ότι είσαι ανεπαίσθητος.

finding it hard to love oneself when feeling unlovable

δυσκολεύεται να αγαπήσει τον εαυτό του όταν νιώθει ανεπαίσθητος.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα