unmanly

[US]/ʌn'mænlɪ/
[UK]/ʌn'mænli/
Frequency: Very High

Translation

adj. χωρίς ποιότητες που συνήθως συνδέονται με τους άνδρες, ιδιαίτερα δυναμισμό ή αποφασιοτικότητα· όχι ανδρικός. Συγκριτικός: ανδρικότερος, Υπερθετικός: ανδρικότερος.

Example Sentences

It was once thought unmanly not to drink and smoke.

Κατά παλαιά ήταν αντικαθιετικό να μην πίνεις και να μην καπνίζεις.

to show unmanly behavior

να δείχνεις αντικαθιετική συμπεριφορά

being unmanly is not a sign of weakness

να είναι αντικαθιετικός δεν είναι σημάδι ασθένειας

he was criticized for his unmanly reaction

τον κρίθηκε για την αντικαθιετική του αντίδραση

unmanly conduct is not acceptable

η αντικαθιετική συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή

he felt ashamed of his unmanly behavior

ένιωσε ανασφαλής για την αντικαθιετική του συμπεριφορά

being unmanly does not define your worth

να είναι αντικαθιετικός δεν ορίζει την αξία σου

she found his unmanly attitude off-putting

βρήκε την αντικαθιετική του στάση αποτρεπτική

he was teased for his unmanly appearance

τον έβγαζαν στην αντικαθιετική του εμφάνιση

unmanly behavior is often misunderstood

η αντικαθιετική συμπεριφορά συχνά κατανοείται λάθος

he tried to hide his unmanly emotions

προσπάθησε να κρύψει τις αντικαθιετικές του συναισθήσεις

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now