| Plural | unoriginalities |
avoiding unoriginality
αποφυγή της μη αυτεντικότητας
fear of unoriginality
φόβος της μη αυτεντικότητας
showed unoriginality
έδειξε μη αυτεντικότητα
unoriginality thrives
η μη αυτεντικότητα ευμενεί
combating unoriginality
μάχη ενάντια στη μη αυτεντικότητα
instance of unoriginality
παράδειγμα μη αυτεντικότητας
rejecting unoriginality
απόρριψη της μη αυτεντικότητας
source of unoriginality
πηγή της μη αυτεντικότητας
criticism of unoriginality
κριτική για μη αυτεντικότητα
despite unoriginality
παρά τη μη αυτεντικότητα
the film suffered from a serious case of unoriginality, relying on tired tropes.
Η ταινία υπέφερε από σοβαρή περίπτωση ανοριγινιότητας, εξαρτώμενη από παλιές και χρησιμοποιημένες ιδέες.
we need to avoid the unoriginality of simply copying existing designs.
Πρέπει να αποφύγουμε την ανοριγινιότητα του απλού αντιγραφής υπάρχουσων σχεδίων.
the report highlighted the unoriginality in their research methodology.
Το αναφορικό έγγραφο έδειξε την ανοριγινιότητα στη μεθοδολογία της έρευνάς τους.
the artist strived to overcome the unoriginality prevalent in the genre.
Ο καλλιτέχνης προσπάθησε να ξεπεράσει την ανοριγινιότητα που επικρατούσε στην κατηγορία.
the project’s unoriginality was a major factor in its failure.
Η ανοριγινιότητα του έργου ήταν ένας σημαντικός παράγοντας της αποτυχίας του.
he criticized the novel for its pervasive sense of unoriginality.
Καταγγέλθηκε η νοvel για την εξαπλωμένη ανοριγινιότητα της.
the marketing campaign lacked originality and suffered from unoriginality.
Η εκστρατεία προβολής έλειπε από την αυτονομία και υπέφερε από ανοριγινιότητα.
the essay demonstrated a worrying degree of unoriginality in its arguments.
Η εργασία έδειξε μια ανησυχητική βαθμίδα ανοριγινιότητας στους συλλογισμούς της.
the band’s music was criticized for its blatant unoriginality.
Η μουσική της ομάδας καταγγέλθηκε για την προφανή ανοριγινιότητα της.
despite the effort, the presentation still reeked of unoriginality.
Αν και υπήρχε προσπάθεια, η παρουσίαση παρέμενε γεμάτη από ανοριγινιότητα.
the company sought to combat the perception of unoriginality in their product line.
Η εταιρεία προσπάθησε να αντιμετωπίσει την εντύπωση ανοριγινιότητας στη γραμμή προϊόντων της.
avoiding unoriginality
αποφυγή της μη αυτεντικότητας
fear of unoriginality
φόβος της μη αυτεντικότητας
showed unoriginality
έδειξε μη αυτεντικότητα
unoriginality thrives
η μη αυτεντικότητα ευμενεί
combating unoriginality
μάχη ενάντια στη μη αυτεντικότητα
instance of unoriginality
παράδειγμα μη αυτεντικότητας
rejecting unoriginality
απόρριψη της μη αυτεντικότητας
source of unoriginality
πηγή της μη αυτεντικότητας
criticism of unoriginality
κριτική για μη αυτεντικότητα
despite unoriginality
παρά τη μη αυτεντικότητα
the film suffered from a serious case of unoriginality, relying on tired tropes.
Η ταινία υπέφερε από σοβαρή περίπτωση ανοριγινιότητας, εξαρτώμενη από παλιές και χρησιμοποιημένες ιδέες.
we need to avoid the unoriginality of simply copying existing designs.
Πρέπει να αποφύγουμε την ανοριγινιότητα του απλού αντιγραφής υπάρχουσων σχεδίων.
the report highlighted the unoriginality in their research methodology.
Το αναφορικό έγγραφο έδειξε την ανοριγινιότητα στη μεθοδολογία της έρευνάς τους.
the artist strived to overcome the unoriginality prevalent in the genre.
Ο καλλιτέχνης προσπάθησε να ξεπεράσει την ανοριγινιότητα που επικρατούσε στην κατηγορία.
the project’s unoriginality was a major factor in its failure.
Η ανοριγινιότητα του έργου ήταν ένας σημαντικός παράγοντας της αποτυχίας του.
he criticized the novel for its pervasive sense of unoriginality.
Καταγγέλθηκε η νοvel για την εξαπλωμένη ανοριγινιότητα της.
the marketing campaign lacked originality and suffered from unoriginality.
Η εκστρατεία προβολής έλειπε από την αυτονομία και υπέφερε από ανοριγινιότητα.
the essay demonstrated a worrying degree of unoriginality in its arguments.
Η εργασία έδειξε μια ανησυχητική βαθμίδα ανοριγινιότητας στους συλλογισμούς της.
the band’s music was criticized for its blatant unoriginality.
Η μουσική της ομάδας καταγγέλθηκε για την προφανή ανοριγινιότητα της.
despite the effort, the presentation still reeked of unoriginality.
Αν και υπήρχε προσπάθεια, η παρουσίαση παρέμενε γεμάτη από ανοριγινιότητα.
the company sought to combat the perception of unoriginality in their product line.
Η εταιρεία προσπάθησε να αντιμετωπίσει την εντύπωση ανοριγινιότητας στη γραμμή προϊόντων της.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now