unoriginality

[US]/[ˌʌn.əˈrɪdʒɪ.nəl.ɪ.ti]/
[UK]/[ˌʌn.əˈrɪdʒɪ.nəl.ɪ.ti]/
Frequency: Very High

Translation

n. Ανεπαρκής πρωτοτυπία; Ανεπαρκής νέα ή νέα ιδέα ή χαρακτηριστικό; Το κατάσταση να μην είναι πρωτοτυπία. Έργο ή ιδέα που δεν είναι πρωτοτυπία.
Word Forms

Phrases & Collocations

avoiding unoriginality

αποφυγή της μη αυτεντικότητας

fear of unoriginality

φόβος της μη αυτεντικότητας

showed unoriginality

έδειξε μη αυτεντικότητα

unoriginality thrives

η μη αυτεντικότητα ευμενεί

combating unoriginality

μάχη ενάντια στη μη αυτεντικότητα

instance of unoriginality

παράδειγμα μη αυτεντικότητας

rejecting unoriginality

απόρριψη της μη αυτεντικότητας

source of unoriginality

πηγή της μη αυτεντικότητας

criticism of unoriginality

κριτική για μη αυτεντικότητα

despite unoriginality

παρά τη μη αυτεντικότητα

Example Sentences

the film suffered from a serious case of unoriginality, relying on tired tropes.

Η ταινία υπέφερε από σοβαρή περίπτωση ανοριγινιότητας, εξαρτώμενη από παλιές και χρησιμοποιημένες ιδέες.

we need to avoid the unoriginality of simply copying existing designs.

Πρέπει να αποφύγουμε την ανοριγινιότητα του απλού αντιγραφής υπάρχουσων σχεδίων.

the report highlighted the unoriginality in their research methodology.

Το αναφορικό έγγραφο έδειξε την ανοριγινιότητα στη μεθοδολογία της έρευνάς τους.

the artist strived to overcome the unoriginality prevalent in the genre.

Ο καλλιτέχνης προσπάθησε να ξεπεράσει την ανοριγινιότητα που επικρατούσε στην κατηγορία.

the project’s unoriginality was a major factor in its failure.

Η ανοριγινιότητα του έργου ήταν ένας σημαντικός παράγοντας της αποτυχίας του.

he criticized the novel for its pervasive sense of unoriginality.

Καταγγέλθηκε η νοvel για την εξαπλωμένη ανοριγινιότητα της.

the marketing campaign lacked originality and suffered from unoriginality.

Η εκστρατεία προβολής έλειπε από την αυτονομία και υπέφερε από ανοριγινιότητα.

the essay demonstrated a worrying degree of unoriginality in its arguments.

Η εργασία έδειξε μια ανησυχητική βαθμίδα ανοριγινιότητας στους συλλογισμούς της.

the band’s music was criticized for its blatant unoriginality.

Η μουσική της ομάδας καταγγέλθηκε για την προφανή ανοριγινιότητα της.

despite the effort, the presentation still reeked of unoriginality.

Αν και υπήρχε προσπάθεια, η παρουσίαση παρέμενε γεμάτη από ανοριγινιότητα.

the company sought to combat the perception of unoriginality in their product line.

Η εταιρεία προσπάθησε να αντιμετωπίσει την εντύπωση ανοριγινιότητας στη γραμμή προϊόντων της.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now