unproductive

[US]/ʌnprə'dʌktɪv/
[UK]/'ʌnprə'dʌktɪv/
Frequency: Very High

Translation

adj. χωρίς αποτέλεσμα, χωρίς παραγωγικότητα, μη παραγωγικός, ακαρπός, που δεν παράγει αποτελέσματα

Example Sentences

unproductive land must be reforested.

Η αναπαραγωγή των αριθμών πρέπει να γίνεται με την επαναφύτευση.

The meeting was unproductive due to poor planning.

Η συνάντηση ήταν αναπαραγωγική λόγω της κακής προετοιμασίας.

Constantly checking social media can be unproductive.

Η συνεχής ελέγχου των κοινωνικών μέσων μπορεί να είναι αναπαραγωγική.

Procrastination can lead to unproductive habits.

Η καθυστέρηση μπορεί να οδηγήσει σε αναπαραγωγικές συνήθειες.

An unproductive work environment can decrease morale.

Ένα αναπαραγωγικό περιβάλλον εργασίας μπορεί να μειώσει την πνευματικότητα.

Spending too much time on unproductive tasks is a waste of energy.

Η δαπάνη πολλής ώρας σε αναπαραγωγικές εργασίες είναι απώλεια ενέργειας.

Unproductive meetings can be a drain on resources.

Οι αναπαραγωγικές συναντήσεις μπορεί να είναι απορροφήσεις πόρων.

Multitasking often leads to unproductive outcomes.

Η πολλαπλή εργασία οδηγεί συχνά σε αναπαραγωγικά αποτελέσματα.

Lack of clear goals can make a project unproductive.

Η έλλειψη σαφών στόχων μπορεί να κάνει ένα έργο αναπαραγωγικό.

Engaging in unproductive arguments is pointless.

Η συμμετοχή σε αναπαραγωγικές συζητήσεις είναι ανήμπορος.

Unproductive habits can hinder personal growth.

Οι αναπαραγωγικές συνήθειες μπορεί να εμποδίζουν την προσωπική ανάπτυξη.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now