unravels

[US]/ʌnˈrævəlz/
[UK]/ʌnˈrævəlz/
Frequency: Very High

Translation

v. να αποσυνδέσει ή να αποκαταστήσει κάτι που είναι σπλιτσαρισμένο ή δεμένο με κόμπο; να αποκαθαρίσει ή να εξηγήσει κάτι

Phrases & Collocations

truth unravels

αποκαλύπτεται η αλήθεια

mystery unravels

αποκαλύπτεται το μυστικό

story unravels

αποκαλύπτεται η ιστορία

tension unravels

αποκαλύπτεται η ένταση

conflict unravels

αποκαλύπτεται ο πόλεμος

situation unravels

αποκαλύπτεται η κατάσταση

relationship unravels

αποκαλύπτεται η σχέση

plan unravels

αποκαλύπτεται το σχέδιο

secret unravels

αποκαλύπτεται το μυστικό

Example Sentences

as the mystery unravels, the truth becomes clearer.

καθώς η μυστηριώδης ιστορία αποκαλύπτεται, η αλήθεια γίνεται σαφώς ορατή.

she unravels the complex problem step by step.

αποκαλύπτει το πολύπλοκο πρόβλημα βήμα προς βήμα.

the story unravels in unexpected ways.

η ιστορία αποκαλύπτεται με απροσδόκητους τρόπους.

he unravels the secrets of the ancient civilization.

αποκαλύπτει τα μυστικά της αρχαίας πολιτισμού.

as the fabric unravels, it reveals hidden patterns.

καθώς το ύφασμα αποκαλύπτεται, αποκαλύπτει κρυμμένους παττερν.

the scientist unravels the mysteries of the universe.

ο επιστήμονας αποκαλύπτει τα μυστικά του σύμπαντος.

with each clue, the plot unravels more.

με κάθε στοιχείο, το πλοκό γίνεται πιο αποκαλυπτικό.

time unravels the complexities of life.

ο χρόνος αποκαλύπτει τις πολυπλοκότητες της ζωής.

she unravels the yarn to start her knitting project.

αποκαλύπτει το νήμα για να ξεκινήσει το έργο της ύφανσης.

the investigation unravels the web of deceit.

η έρευνα αποκαλύπτει το πλέγμα παραπλάνησης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now