unreciprocated love
αντίστοιχος αγάπη
unreciprocated feelings
αντίστοιχοι συναισθήματα
unreciprocated advances
αντίστοιχες προτάσεις
unreciprocated kindness
αντίστοιχη γεντιλιμπρίτα
being unreciprocated
να μην είναι αντίστοιχος
unreciprocated offer
αντίστοιχη πρόταση
unreciprocated gesture
αντίστοιχη κίνηση
unreciprocated attention
αντίστοιχη προσοχή
unreciprocated efforts
αντίστοιχες προσπάθειες
unreciprocated support
αντίστοιχη υποστήριξη
she felt a pang of sadness from his unreciprocated affection.
Νότια ένιωσε μια έκκλιση θλίψης από την αμεταβίβαστη αγάπη του.
the unreciprocated love caused him considerable emotional distress.
Η αμεταβίβαστη αγάπη της την έκανε να υποφέρει σοβαρά συναισθηματικά.
he struggled with the pain of unreciprocated feelings for years.
Πολλά χρόνια αγωνίστηκε με τον πόνο των αμεταβίβαστων συναισθημάτων.
it's heartbreaking to experience unreciprocated friendship.
Είναι συγκλονιστικό να υποστείς αμεταβίβαστη φιλία.
their unreciprocated admiration stemmed from a misunderstanding.
Η αμεταβίβαστη έπαινος τους προέκυψε από μια κατανόηση.
she ended the relationship due to his unreciprocated advances.
Τελείωσε τη σχέση λόγω των αμεταβίβαστων προτάσεων του.
the unreciprocated support left him feeling undervalued.
Η αμεταβίβαστη υποστήριξη της το έκανε να αισθάνεται αξιολογημένος.
he realized his efforts were unreciprocated and moved on.
Πραγματοποίησε ότι τα προσπάθεια του ήταν αμεταβίβαστες και προχώρησε.
dealing with unreciprocated attention can be challenging.
Να ασχοληθείς με αμεταβίβαστη προσοχή μπορεί να είναι δύσκολο.
the unreciprocated kindness was a source of confusion for her.
Η αμεταβίβαστη φιλικότητα ήταν πηγή παρεξήγησης για εκείνη.
he poured his heart into a relationship that was ultimately unreciprocated.
Προσέφερε το συναίσθημα του σε μια σχέση που τελικά ήταν αμεταβίβαστη.
unreciprocated love
αντίστοιχος αγάπη
unreciprocated feelings
αντίστοιχοι συναισθήματα
unreciprocated advances
αντίστοιχες προτάσεις
unreciprocated kindness
αντίστοιχη γεντιλιμπρίτα
being unreciprocated
να μην είναι αντίστοιχος
unreciprocated offer
αντίστοιχη πρόταση
unreciprocated gesture
αντίστοιχη κίνηση
unreciprocated attention
αντίστοιχη προσοχή
unreciprocated efforts
αντίστοιχες προσπάθειες
unreciprocated support
αντίστοιχη υποστήριξη
she felt a pang of sadness from his unreciprocated affection.
Νότια ένιωσε μια έκκλιση θλίψης από την αμεταβίβαστη αγάπη του.
the unreciprocated love caused him considerable emotional distress.
Η αμεταβίβαστη αγάπη της την έκανε να υποφέρει σοβαρά συναισθηματικά.
he struggled with the pain of unreciprocated feelings for years.
Πολλά χρόνια αγωνίστηκε με τον πόνο των αμεταβίβαστων συναισθημάτων.
it's heartbreaking to experience unreciprocated friendship.
Είναι συγκλονιστικό να υποστείς αμεταβίβαστη φιλία.
their unreciprocated admiration stemmed from a misunderstanding.
Η αμεταβίβαστη έπαινος τους προέκυψε από μια κατανόηση.
she ended the relationship due to his unreciprocated advances.
Τελείωσε τη σχέση λόγω των αμεταβίβαστων προτάσεων του.
the unreciprocated support left him feeling undervalued.
Η αμεταβίβαστη υποστήριξη της το έκανε να αισθάνεται αξιολογημένος.
he realized his efforts were unreciprocated and moved on.
Πραγματοποίησε ότι τα προσπάθεια του ήταν αμεταβίβαστες και προχώρησε.
dealing with unreciprocated attention can be challenging.
Να ασχοληθείς με αμεταβίβαστη προσοχή μπορεί να είναι δύσκολο.
the unreciprocated kindness was a source of confusion for her.
Η αμεταβίβαστη φιλικότητα ήταν πηγή παρεξήγησης για εκείνη.
he poured his heart into a relationship that was ultimately unreciprocated.
Προσέφερε το συναίσθημα του σε μια σχέση που τελικά ήταν αμεταβίβαστη.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now