unsafely crossed
ασφαλιστικά διασχισμένο
driving unsafely
οδήγηση ασφαλιστικά
unsafely handled
ασφαλιστικά χειρισμένο
unsafely stored
ασφαλιστικά αποθηκευμένο
unsafely operated
ασφαλιστικά λειτουργούμενο
unsafely positioned
ασφαλιστικά τοποθετημένο
unsafely walking
περπατά ασφαλιστικά
unsafely near
ασφαλιστικά κοντά
unsafely exposed
ασφαλιστικά έκθετο
unsafely installed
ασφαλιστικά εγκαταστημένο
the child was running unsafely across the street.
Το παιδί τρέχοντας ασφαλώς δια στρώματος.
he was operating the machinery unsafely without proper training.
Εκείνος ήταν λειτουργώντας τη μηχανή ασφαλώς χωρίς κατάλληλη εκπαίδευση.
she was climbing the ladder unsafely, reaching too high.
Εκείνη ήταν ανεβαίνοντας το σκαλοπάτι ασφαλώς, φθάνοντας πολύ ψηλά.
they were storing the chemicals unsafely near the heat source.
Εκείνοι ήταν αποθηκεύοντας τα χημικά ασφαλώς κοντά στην πηγή θερμότητας.
the driver was navigating the curves unsafely at high speed.
Ο οδηγός ήταν πλοηροφορούμενος τις καμπύλες ασφαλώς με υψηλή ταχύτητα.
he was carrying the heavy box unsafely, straining his back.
Εκείνος ήταν φορώντας το βαρύ κουτί ασφαλώς, επιβαρύνοντας την πλάτη του.
she was crossing the bridge unsafely during the storm.
Εκείνη ήταν διαβαίνοντας το γέφυρα ασφαλώς κατά την καταιγίδα.
the construction workers were working unsafely without helmets.
Οι εργάτες κατασκευής ήταν εργαζόμενοι ασφαλώς χωρίς κρανικά σημεία.
he was swimming unsafely far from the shore.
Εκείνος ήταν κολυμπώντας ασφαλώς μακριά από την ακτή.
they were disposing of the waste unsafely near the river.
Εκείνοι ήταν απορρίπτοντας τα απόβλητα ασφαλώς κοντά στον ποταμό.
the scaffolding was erected unsafely, posing a risk of collapse.
Η σκαλοπάτι έχει συγκολληθεί ασφαλώς, προκαλώντας κίνδυνο κατάρρευσης.
unsafely crossed
ασφαλιστικά διασχισμένο
driving unsafely
οδήγηση ασφαλιστικά
unsafely handled
ασφαλιστικά χειρισμένο
unsafely stored
ασφαλιστικά αποθηκευμένο
unsafely operated
ασφαλιστικά λειτουργούμενο
unsafely positioned
ασφαλιστικά τοποθετημένο
unsafely walking
περπατά ασφαλιστικά
unsafely near
ασφαλιστικά κοντά
unsafely exposed
ασφαλιστικά έκθετο
unsafely installed
ασφαλιστικά εγκαταστημένο
the child was running unsafely across the street.
Το παιδί τρέχοντας ασφαλώς δια στρώματος.
he was operating the machinery unsafely without proper training.
Εκείνος ήταν λειτουργώντας τη μηχανή ασφαλώς χωρίς κατάλληλη εκπαίδευση.
she was climbing the ladder unsafely, reaching too high.
Εκείνη ήταν ανεβαίνοντας το σκαλοπάτι ασφαλώς, φθάνοντας πολύ ψηλά.
they were storing the chemicals unsafely near the heat source.
Εκείνοι ήταν αποθηκεύοντας τα χημικά ασφαλώς κοντά στην πηγή θερμότητας.
the driver was navigating the curves unsafely at high speed.
Ο οδηγός ήταν πλοηροφορούμενος τις καμπύλες ασφαλώς με υψηλή ταχύτητα.
he was carrying the heavy box unsafely, straining his back.
Εκείνος ήταν φορώντας το βαρύ κουτί ασφαλώς, επιβαρύνοντας την πλάτη του.
she was crossing the bridge unsafely during the storm.
Εκείνη ήταν διαβαίνοντας το γέφυρα ασφαλώς κατά την καταιγίδα.
the construction workers were working unsafely without helmets.
Οι εργάτες κατασκευής ήταν εργαζόμενοι ασφαλώς χωρίς κρανικά σημεία.
he was swimming unsafely far from the shore.
Εκείνος ήταν κολυμπώντας ασφαλώς μακριά από την ακτή.
they were disposing of the waste unsafely near the river.
Εκείνοι ήταν απορρίπτοντας τα απόβλητα ασφαλώς κοντά στον ποταμό.
the scaffolding was erected unsafely, posing a risk of collapse.
Η σκαλοπάτι έχει συγκολληθεί ασφαλώς, προκαλώντας κίνδυνο κατάρρευσης.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now