unscholarly work
μη επιστημονική εργασία
unscholarly article
μη επιστημονικό άρθρο
unscholarly approach
μη επιστημονική προσέγγιση
unscholarly behavior
μη επιστημονική συμπεριφορά
unscholarly opinion
μη επιστημονική γνώμη
unscholarly source
μη επιστημονική πηγή
unscholarly publication
μη επιστημονική δημοσίευση
unscholarly criticism
μη επιστημονική κριτική
unscholarly research
μη επιστημονική έρευνα
unscholarly statement
μη επιστημονική δήλωση
his argument was deemed unscholarly and lacked proper references.
η άποψή του θεωρήθηκε ακαδημαϊκά ανεπαρκής και εξαχνίστηκαν οι κατάλληλες αναφορές.
she criticized the unscholarly approach taken in the article.
έκρινε ότι η ανεπαρκής προσέγγιση που χρησιμοποιήθηκε στο άρθρο ήταν αντικαθιστώμενη.
the unscholarly nature of the report raised concerns among the academics.
η ανεπαρκής φύση του αναφορικού έπρεπε να ανησυχήσει τους ακαδημαϊκούς.
many found his unscholarly remarks inappropriate for the conference.
πολλοί βρήκαν τα ανεπαρκή σχόλια του καταλλήλα για τη συνάντηση.
her unscholarly behavior during the lecture surprised the audience.
η ανεπαρκής συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια της διάλεξης έκανε το κοινό να εκπλέγεται.
the professor warned against unscholarly practices in research.
ο καθηγητής προειδοποίησε για τις ανεπαρκείς πρακτικές στην έρευνα.
his unscholarly conclusions did not convince the panel.
τα ανεπαρκή συμπεράσματα του δεν πείσαν την επιτροπή.
critics labeled the book as unscholarly and poorly researched.
οι κριτικοί επισήμαναν το βιβλίο ως ανεπαρκή και πολύ κακά έρευνα.
they dismissed the unscholarly claims made in the documentary.
απέρριψαν τις ανεπαρκείς διατυπώσεις που έγιναν στο επιστημονικό κινηματόγραφο.
engaging in unscholarly discussions can undermine the integrity of academia.
το να συμμετέχει σε ανεπαρκείς συζητήσεις μπορεί να υπονομεύσει την ακαδημαϊκή αξιοπιστία.
unscholarly work
μη επιστημονική εργασία
unscholarly article
μη επιστημονικό άρθρο
unscholarly approach
μη επιστημονική προσέγγιση
unscholarly behavior
μη επιστημονική συμπεριφορά
unscholarly opinion
μη επιστημονική γνώμη
unscholarly source
μη επιστημονική πηγή
unscholarly publication
μη επιστημονική δημοσίευση
unscholarly criticism
μη επιστημονική κριτική
unscholarly research
μη επιστημονική έρευνα
unscholarly statement
μη επιστημονική δήλωση
his argument was deemed unscholarly and lacked proper references.
η άποψή του θεωρήθηκε ακαδημαϊκά ανεπαρκής και εξαχνίστηκαν οι κατάλληλες αναφορές.
she criticized the unscholarly approach taken in the article.
έκρινε ότι η ανεπαρκής προσέγγιση που χρησιμοποιήθηκε στο άρθρο ήταν αντικαθιστώμενη.
the unscholarly nature of the report raised concerns among the academics.
η ανεπαρκής φύση του αναφορικού έπρεπε να ανησυχήσει τους ακαδημαϊκούς.
many found his unscholarly remarks inappropriate for the conference.
πολλοί βρήκαν τα ανεπαρκή σχόλια του καταλλήλα για τη συνάντηση.
her unscholarly behavior during the lecture surprised the audience.
η ανεπαρκής συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια της διάλεξης έκανε το κοινό να εκπλέγεται.
the professor warned against unscholarly practices in research.
ο καθηγητής προειδοποίησε για τις ανεπαρκείς πρακτικές στην έρευνα.
his unscholarly conclusions did not convince the panel.
τα ανεπαρκή συμπεράσματα του δεν πείσαν την επιτροπή.
critics labeled the book as unscholarly and poorly researched.
οι κριτικοί επισήμαναν το βιβλίο ως ανεπαρκή και πολύ κακά έρευνα.
they dismissed the unscholarly claims made in the documentary.
απέρριψαν τις ανεπαρκείς διατυπώσεις που έγιναν στο επιστημονικό κινηματόγραφο.
engaging in unscholarly discussions can undermine the integrity of academia.
το να συμμετέχει σε ανεπαρκείς συζητήσεις μπορεί να υπονομεύσει την ακαδημαϊκή αξιοπιστία.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now