unscrupulously

[US]/ʌnˈskruːpjələsli/
[UK]/ʌnˈskrupjələsli/
Frequency: Very High

Translation

adv. με έναν τρόπο που δεν δείχνει ηθικά αρχίτητα

Phrases & Collocations

act unscrupulously

να δρα ανευθυντικά

behave unscrupulously

να συμπεριφέρεται ανευθυντικά

work unscrupulously

να εργάζεται ανευθυντικά

profit unscrupulously

να κερδίζει ανευθυντικά

lie unscrupulously

να ψεύδεται ανευθυντικά

cheat unscrupulously

να παραποιείται ανευθυντικά

exploit unscrupulously

να εκμεταλλεύεται ανευθυντικά

manipulate unscrupulously

να ελέγχει ανευθυντικά

sell unscrupulously

να πουλάει ανευθυντικά

collude unscrupulously

να συνωμοτεί ανευθυντικά

Example Sentences

he unscrupulously took credit for her work.

έκανε απρόσεκρο αυτό που ήταν το έργο της.

they unscrupulously manipulated the market for profit.

έκαναν απρόσεκρο χειραγωγήσεις στην αγορά για κέρδος.

she unscrupulously lied to get what she wanted.

έλεγε απρόσεκρο ψεύδος για να πάρει ό,τι ήθελε.

the company unscrupulously cut corners to save costs.

η εταιρεία έκοψε γωνίες απρόσεκρα για να αποθαρρύνει τις δαπάνες.

he unscrupulously used his position to gain favors.

χρησιμοποιούσε απρόσεκρα τη θέση του για να κερδίσει χάρισμα.

they unscrupulously spread false information.

διαδίδονταν απρόσεκρα ψευδής πληροφορία.

she unscrupulously exploited her employees.

εκμεταλλεύτηκε απρόσεκρα τους υπαλλήλους της.

he unscrupulously breached the contract.

παρέβασε απρόσεκρα τη συμβάση.

they unscrupulously disregarded the rules.

αγνόησαν απρόσεκρα τους κανόνες.

she unscrupulously pursued her ambitions at any cost.

διώχνει απρόσεκρα τις προθέσεις της με κάθε κόστος.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now