act unscrupulously
να δρα ανευθυντικά
behave unscrupulously
να συμπεριφέρεται ανευθυντικά
work unscrupulously
να εργάζεται ανευθυντικά
profit unscrupulously
να κερδίζει ανευθυντικά
lie unscrupulously
να ψεύδεται ανευθυντικά
cheat unscrupulously
να παραποιείται ανευθυντικά
exploit unscrupulously
να εκμεταλλεύεται ανευθυντικά
manipulate unscrupulously
να ελέγχει ανευθυντικά
sell unscrupulously
να πουλάει ανευθυντικά
collude unscrupulously
να συνωμοτεί ανευθυντικά
he unscrupulously took credit for her work.
έκανε απρόσεκρο αυτό που ήταν το έργο της.
they unscrupulously manipulated the market for profit.
έκαναν απρόσεκρο χειραγωγήσεις στην αγορά για κέρδος.
she unscrupulously lied to get what she wanted.
έλεγε απρόσεκρο ψεύδος για να πάρει ό,τι ήθελε.
the company unscrupulously cut corners to save costs.
η εταιρεία έκοψε γωνίες απρόσεκρα για να αποθαρρύνει τις δαπάνες.
he unscrupulously used his position to gain favors.
χρησιμοποιούσε απρόσεκρα τη θέση του για να κερδίσει χάρισμα.
they unscrupulously spread false information.
διαδίδονταν απρόσεκρα ψευδής πληροφορία.
she unscrupulously exploited her employees.
εκμεταλλεύτηκε απρόσεκρα τους υπαλλήλους της.
he unscrupulously breached the contract.
παρέβασε απρόσεκρα τη συμβάση.
they unscrupulously disregarded the rules.
αγνόησαν απρόσεκρα τους κανόνες.
she unscrupulously pursued her ambitions at any cost.
διώχνει απρόσεκρα τις προθέσεις της με κάθε κόστος.
act unscrupulously
να δρα ανευθυντικά
behave unscrupulously
να συμπεριφέρεται ανευθυντικά
work unscrupulously
να εργάζεται ανευθυντικά
profit unscrupulously
να κερδίζει ανευθυντικά
lie unscrupulously
να ψεύδεται ανευθυντικά
cheat unscrupulously
να παραποιείται ανευθυντικά
exploit unscrupulously
να εκμεταλλεύεται ανευθυντικά
manipulate unscrupulously
να ελέγχει ανευθυντικά
sell unscrupulously
να πουλάει ανευθυντικά
collude unscrupulously
να συνωμοτεί ανευθυντικά
he unscrupulously took credit for her work.
έκανε απρόσεκρο αυτό που ήταν το έργο της.
they unscrupulously manipulated the market for profit.
έκαναν απρόσεκρο χειραγωγήσεις στην αγορά για κέρδος.
she unscrupulously lied to get what she wanted.
έλεγε απρόσεκρο ψεύδος για να πάρει ό,τι ήθελε.
the company unscrupulously cut corners to save costs.
η εταιρεία έκοψε γωνίες απρόσεκρα για να αποθαρρύνει τις δαπάνες.
he unscrupulously used his position to gain favors.
χρησιμοποιούσε απρόσεκρα τη θέση του για να κερδίσει χάρισμα.
they unscrupulously spread false information.
διαδίδονταν απρόσεκρα ψευδής πληροφορία.
she unscrupulously exploited her employees.
εκμεταλλεύτηκε απρόσεκρα τους υπαλλήλους της.
he unscrupulously breached the contract.
παρέβασε απρόσεκρα τη συμβάση.
they unscrupulously disregarded the rules.
αγνόησαν απρόσεκρα τους κανόνες.
she unscrupulously pursued her ambitions at any cost.
διώχνει απρόσεκρα τις προθέσεις της με κάθε κόστος.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now