unshod

[US]/ʌnʃɒd/
[UK]/ʌnʃɑːd/
Frequency: Very High

Translation

adj. χωρίς παπούτσια; χωρίς παπούτσια; χωρίς χιονοπέλματα

Phrases & Collocations

unshod feet

απαλλοτριωμένα πόδια

unshod children

απαλλοτριωμένα παιδιά

unshod wanderer

απαλλοτριωμένος περιπατητής

unshod path

απαλλοτριωμένος δρόμος

unshod traveler

απαλλοτριωμένος ταξιδιωτής

unshod soul

απαλλοτριωμένη ψυχή

unshod life

απαλλοτριωμένη ζωή

unshod journey

απαλλοτριωμένο ταξίδι

unshod spirit

απαλλοτριωμένο πνεύμα

unshod ground

απαλλοτριωμένο έδαφος

Example Sentences

the children ran unshod across the grass.

Τα παιδιά τρέχονταν χωρίς παπούτσια πάνω στο χορτάρι.

she felt the cool earth unshod beneath her feet.

Αισθάνταν την ψυχρή γη χωρίς παπούτσια κάτω από τα πόδια της.

walking unshod can connect you with nature.

Να περπατάς χωρίς παπούτσια μπορεί να σε συνδέσει με τη φύση.

he preferred to be unshod while practicing yoga.

Προτιμούσε να περπατάει χωρίς παπούτσια ενώ πρακτικεύτηκε yoga.

the unshod experience of walking on the beach is refreshing.

Η εμπειρία να περπατάς χωρίς παπούτσια στην ακτή είναι ανανεωτική.

she enjoyed the freedom of being unshod in her garden.

Απολάμβανε την ελευθερία να περπατάει χωρίς παπούτσια στο κήπο της.

his unshod feet felt the warm sand.

Τα πόδια του χωρίς παπούτσια αισθάνταν το θερμό χονδρό αμμούδι.

being unshod allowed him to feel the texture of the ground.

Να περπατάει χωρίς παπούτσια του επέτρεπε να αισθάνεται την κεραμική της γης.

they walked unshod through the fields at sunset.

Περπατούσαν χωρίς παπούτσια μέσα από τα πεδιά στο ξενίτικο.

unshod, she danced freely under the stars.

Χωρίς παπούτσια, χορεύει ελεύθερα υπό τα αστέρια.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now