unvaried

[US]/ʌnˈveərɪd/
[UK]/ʌnˈvɛrɪd/
Frequency: Very High

Translation

adj. όπως είναι; σταθερός; συχνός; μονότονος

Phrases & Collocations

unvaried routine

μη ποικιλομένη ρουτίνα

unvaried results

μη ποικιλομένα αποτελέσματα

unvaried style

μη ποικιλομένο στυλ

unvaried diet

μη ποικιλομένη διατροφή

unvaried performance

μη ποικιλομένη επίδοση

unvaried landscape

μη ποικιλομένος τοπίος

unvaried tone

μη ποικιλομένος τόνος

unvaried approach

μη ποικιλομένη προσέγγιση

unvaried pattern

μη ποικιλομένο μοτίβο

unvaried experience

μη ποικιλομένη εμπειρία

Example Sentences

the scenery remained unvaried despite the changing seasons.

η τοπική εικόνα παρέμενε ίδια παρά τις αλλαγές των εποχών.

his unvaried routine made life feel monotonous.

η ανακαλυπτική του διαδικασία έκανε τη ζωή να φαίνεται μονότονη.

she preferred unvaried meals for simplicity.

προτιμούσε απλές και ίδιες γεύσεις για απλότητα.

the teacher's unvaried teaching style did not engage the students.

το μη ανακαλυπτικό στυλ διδασκαλίας του διδασκαλού δεν προσέλκυσε τους μαθητές.

they lived in an unvaried environment with little change.

ζούσαν σε ένα μη ανακαλυπτικό περιβάλλον με λίγες αλλαγές.

his unvaried responses made conversations dull.

τα ανακαλυπτικά του απαντήσεις έκαναν τις συνομιλίες να φαίνονται ανησυχητικές.

the colors in the painting were unvaried and bland.

τα χρώματα στη ζωγραφική ήταν μη ανακαλυπτικά και αδιάφορα.

her unvaried style of dress made her blend in.

το μη ανακαλυπτικό της στυλ ντύσης της έκανε να συγχέεται.

the unvaried landscape offered no surprises.

το μη ανακαλυπτικό τοπίο δεν προσέφερε καμία έκπληξη.

his unvaried opinions often led to arguments.

τα μη ανακαλυπτικά του απόψεις συχνά οδήγησαν σε συζητήσεις.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now