uplifting

[ΗΠΑ]/ʌp'liftiŋ/
[ΗΒ]/ ʌpˈlɪftɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. γεμάτη χαρά ή ελπίδα· που κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται ανανεωμένοι.
Word Forms

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

uplifting music

ενθαρρυντική μουσική

Παραδείγματα Προτάσεων

to watch an uplifting movie

να παρακολουθήσετε μια ταινία που σας ανεβάζει το ηθικό

to listen to uplifting music

να ακούσετε μουσική που σας ανεβάζει το ηθικό

to receive uplifting news

να λάβετε ευχάριστα νέα

to read an uplifting book

να διαβάσετε ένα βιβλίο που σας ανεβάζει το ηθικό

to have an uplifting effect

να έχει ένα αποτέλεσμα που σας ανεβάζει το ηθικό

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα