usurped

[US]/juːˈzɜːpt/
[UK]/juːˈzɜrpt/
Frequency: Very High

Translation

v. να καταλάβει μια θέση εξουσίας ή σημαντικότητας παράνομα ή με βία; να παίρνει ή να χρησιμοποιεί κάτι χωρίς το δικαίωμα να το κάνει

Phrases & Collocations

usurped power

παρενθυσμένη εξουσία

usurped authority

παρενθυσμένη αρχή

usurped position

παρενθυσμένη θέση

usurped rights

παρενθυσμένα δικαιώματα

usurped control

παρενθυσμένος έλεγχος

usurped land

παρενθυσμένη γη

usurped title

παρενθυσμένος τίτλος

usurped influence

παρενθυσμένη επιρροή

usurped role

παρενθυσμένο ρόλο

Example Sentences

the throne was usurped by a rival faction.

το θρόνο αντικαταστάθηκε από μια αντίπαλη φατρία.

he felt that his authority had been usurped.

αισθάνθηκε ότι η εξουσία του είχε αντικατασταθεί.

the company usurped the market share of its competitors.

η εταιρεία αντικαταστάθηκε από το μερίδιο του αγοράς των ανταγωνιστών της.

they usurped power during the political upheaval.

αντικαταστάθηκαν η εξουσία κατά τη διάρκεια της πολιτικής αναταραχής.

her ideas were usurped without any credit.

τα σχέδιά της αντικαταστάθηκαν χωρίς να της δοθεί οποιαδήποτε αναγνώριση.

the rebels usurped control of the city.

οι αντάρτες αντικαταστάθηκαν την εξουσία της πόλης.

his position was usurped by a more qualified candidate.

η θέση του αντικαταστάθηκε από έναν πιο εξειδικευμένο υποψήφιο.

the rights of the citizens were usurped by the government.

τα δικαιώματα των πολιτών αντικαταστάθηκαν από την κυβέρνηση.

many feared that their freedoms would be usurped.

πολλοί φοβόνταν ότι οι ελευθερίες τους θα αντικατασταθούν.

he accused his colleagues of usurping his ideas.

επιτέθηκε στους συνάδελφους του για την αντικατάσταση των ιδεών του.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now