utensils

[US]/juːˈtɛn.sɪlz/
[UK]/juˈtɛn.səlz/
Frequency: Very High

Translation

n. εργαλεία ή εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται στη κουζίνα ή για την τροφοαποθήκευση; αντικείμενα όπως πιάτα, μαγειρικά εργαλεία ή άλλα αντικείμενα της κουζίνας

Phrases & Collocations

kitchen utensils

κουζινικά όργανα

cooking utensils

μαγειρικά όργανα

eating utensils

πινακίδες τροφής

utensils drawer

συρτάρι για πιάτα

utensils rack

προθήκη για πιάτα

disposable utensils

μια φορά χρησιμοποιήσιμα πιάτα

plastic utensils

πιάτα από πλαστικό

metal utensils

πιάτα από μέταλλο

utensils set

σύνολο πιάτων

utensils organizer

οργανωτής πιάτων

Example Sentences

make sure to wash your utensils after cooking.

Να βεβαιωθείτε ότι πλένετε τα σκεύη σας μετά την προσευχή.

we need to buy new utensils for the kitchen.

Χρειαζόμαστε να αγοράσουμε νέα σκεύη για την κουζίνα.

he organized the utensils neatly in the drawer.

Είχε οργανώσει τα σκεύη κατά τρόπο ακριβή στο συρτάρι.

different utensils are used for different types of food.

Διαφορετικά σκεύη χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς τύπους τροφίμων.

she prefers wooden utensils for cooking.

Προτιμά ξύλινα σκεύη για την προσευχή.

utensils should be stored in a clean and dry place.

Τα σκεύη πρέπει να αποθηκεύονται σε καθαρό και ξηρό χώρο.

he always carries his own utensils when traveling.

Πάντα φέρνει τα δικά του σκεύη όταν ταξιδεύει.

using the right utensils can make cooking easier.

Η χρήση των σωστών σκευών μπορεί να κάνει την προσευχή ευκολότερη.

the restaurant provides all necessary utensils for dining.

Το εστιατόριο παρέχει όλα τα απαραίτητα σκεύη για την εστίαση.

she enjoys collecting antique utensils from different cultures.

Απολαμβάνει τη συλλογή αρχαϊκών σκευών από διαφορετικές πολιτισμούς.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now